«Βενετία: Εσωτερικός Λαβύρινθος», της Νότας Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Στα χρόνια τα φοιτητικά ο αείμνηστος Πάνος Παναγιωτούνης, καθηγητής μου στην ιστορία της λογοτεχνίας, είχε εκφράσει την απορία, για το αν ήμουν Απολλώνια ή Διονυσιακή. Με περίσσια θρασύτητα είχα απαντήσει, Επικούρεια. Τίποτα απ τα παραπάνω ή μάλλον υπήρχε λίγο απ όλα σαν γνήσια νεοελληνίδα.

Θεοί να με έκαναν Επικούρεια, καθώς μια υφέρπουσα θλίψη, έτρωγε αργά μα σταθερά τα μέσα μου. Ο Άσενμπαχ αφήνει το Μόναχο για να κατέβει νοτιότερα, στην Τεργέστη αρχικά με τελικό προορισμό το Λίντο της Βενετίας.

Ο γονδολιέρης – ψυχοπομπός  Ερμής – που τον μεταφέρει στο κοσμοπολίτικο νησάκι εξαφανίζεται ξαφνικά, χωρίς να πληρωθεί. Ο καθηγητής αφήνει λίγα κέρματα σε ένα «φτωχοδιάβολο», έτσι ώστε να είναι πληρωμένος ο βαρκάρης.

Ο Τόμας Μαν δεν διάλεξε τυχαία τη Βενετία για να ξεδιπλώσει τη νουβέλα του. Το 1911, λίγο πριν ξεσπάσει ο 1ος μεγάλος πόλεμος, μέσα στη παρακμή, μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, ο κυρίαρχος Απολλώνιος Άσενμπαχ, θα έρθει σ αυτή τη δαιδαλώδη, σαπισμένη απ τα κανάλια πόλη. Η προσμονή της συνάντησης με το διονυσιασμό βρίσκεται στο ηλιόλουστο Λίντο και στο μαγευτικό πρόσωπο του έφηβου Τάτζιο. Απέχει τόσο πολύ αυτό το βασανιστικό δίπολο.

Πίσω απ τα μυωπικά γυαλιά του καθηγητή, οι μαύροι κύκλοι κάτω απ τα μάτια, μαρτυρούν το Βόρειο της καταγωγής και τις καταιγίδες που άφησε πίσω.

Ο συγγραφέας αρπάζεται απ την αρχή το 20ου αιώνα και όλα τα ρεύματα που συνυπάρχουν. Ψυχανάλυση, φιλοσοφία, επιρροή απ το έργο του Νιτσε.

Στα τέλη της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, ήρθα στη Βενετία για να τη δω σαν πως ακριβώς την άφησε ο Βισκόντι, παρεκτός των κουστουμιών.

Τα κανάλια ίδια, η πλατεία του Αγίου Μάρκου με τα ίδια κτίρια και τελείως διαφορετικό κόσμο.

Σήμερα στον όλο δικό μας μεσαίωνα, είδα μια έφηβη να ποζάρει για πολύ ώρα με το ναζιστικό χαιρετισμό στα αβαθή της θάλασσας του Λίντο. Ορδές από Κινέζους και Ινδούς να ακούν αδιάφορα τους ξεναγούς. Γκαρσόνια και ορχήστρες, ατσαλάκωτες, ντυμένοι στα λευκά να περιμένουν αμήχανα την απούσα πελατεία που φωτογραφιζόταν με περίσσια επιμέλεια.

Γόνδολες, όχι με ζευγαράκια στην τάχα ερωτική πόλη, μα γεμάτες από τσούρμο τουριστών, που κοιτούσαν τα κινητά τους.

Έρχομαι από νοτιότερα. Ελλάδα. Μαυρισμένη. Οι μαύροι κύκλοι κάτω απ τα μάτια μου δεν φαίνονται πια.

Δεν ολοκλήρωσα το ταξίδι. Πως θα μπορούσα άλλωστε, ενώ δεν έχω τελέψει με το κάτοπτρο του προσωπικού λαβύρινθου.