«Βάλε τη Γιαγιά στο Ψυγείο»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Βάλε τη Γιαγιά στο Ψυγείο»      

(Metti La Nonna In Freezer)  

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Σκηνοθεσία: Τζιανκάρλο Φοντάνα και Τζουζέπε Τ. Στάζι
  • Με τους: Φάμπιο Ντε Λουίτζι, Μίριαμ Λεόνε, Λουτσία Οκόνε, Μαρίνα Ρόκο, Φραντσέσκο Ντι Λέβα, Σούζι Λάουντε, Κάρλο Ντε Ρουτζιέρι, Μαουρίτσιο, Λομπάρντι, Ερος Πάνι, Μπάρμπαρα Μπουσέ
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Odeon

Υπάρχουν κάποιες ταινίες της αλλοδαπής που επιβεβαιώνουν, δυστυχώς, ότι το τραυματικό του δικού μας εγχώριου σινεμά, και δη του σινεμά κωμωδίας καταστάσεων, δεν είναι ντόπιο νόσημα, που προήλθε αίφνης από τον ουρανό ή την αφλογιστία ιδεών και της δίψας για αρπαχτές στην χώρα μας. Είναι global ασθένεια και έχει προσβάλλει λιγότερο ή περισσότερο το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου σινεμά. Με την μόνη διαφορά, ό,τι οι άλλες χώρες στις πέντε χαζομάρες τους θα πετάξουν κι ένα ή δυο καλλιτεχνικά διαμαντάκια στο σινεφίλ κοινό. Εμείς λιθοβολούμε συνεχώς τους θεατές μας με άνθρακες και βαρέα μέταλλα. Άντε μια ελληνική ταινία να ξεχωρίσει τον χρόνο κι αυτή με το ζόρι. Δεύτερο σοβαρό πλήγμα είναι, ότι οι Έλληνες διανομείς καλοκαιριάτικα και με το πρόσχημα του θερινού σινεμά που όλα τα καταπίνει και όλα τα χωνεύει, αραδιάζουν στους θεατές παραγωγές που ούτε σε DVD δεν θα τις έβλεπες, καταστρέφοντας ή μάλλον καλύτερα ακρωτηριάζοντας την απαράμιλλη σε κάλλος ατμόσφαιρα που προσφέρει ο θερινός κινηματογράφος στον επισκέπτη του. Η αλήθεια είναι, ότι ποσώς τους ενδιαφέρει αυτό και κοιτούν οι άνθρωποι να κάνουν την δουλειά τους με γνώμονα το εισιτηριάκι, και ας δεις το τερατώδες. Βέβαια, αυτό το σκεπτικό με τοποθετεί να αξιολογήσω την θέση μου πιο ώριμα απέναντι σε όλους όσους διαχειρίζονται σοβαρά θέματα, όπως αυτό του πολιτισμού, καθότι ο κινηματογράφος είναι τέχνη, οπότε ανήκει στις γραμμές διαμόρφωσης της πνευματικής ισορροπίας, του πλούτου κάποιου εσωτερικού κόσμου και εν γένει της καλαισθησίας. Μάλλον, λοιπόν, οι διαχειριστές του πολιτισμού δεν ενδιαφέρονται, μηδέ για μένα, μηδέ για την πρόοδο και την καλλιέπεια του πνευματικού μου κόσμου. Άλλωστε την εποχή που ζούμε το γνωσιακό επίπεδο των θεατών είναι τόσο μπερδεμένο και αλλοτριωμένο από τα ευτελή και εφήμερα, που ένα γελάκι δευτερολέπτων από μια μπαλαφάρα μοιάζει, θαρρώ, με ίαμα ενάντια στην καθημερινή πίεση που δεχόμαστε. Το αστείο όμως είναι ότι γινόμαστε πυρ και μανία, καταγγέλλοντας σαν κεραυνοί και αστραπές το μπούλινγκ στα τέκνα μας, αλλά εμείς παραμένουμε απαθείς αποδέκτες στο αισθητικό ξεκλήρισμα της όποιας τέχνης, απολαμβάνοντας σκότος στις ελάχιστες, έως μηδαμινές, καθ΄ όλα πολύτιμες, στιγμές της προσωπικής μας ψυχαγωγίας. Και η σοβαρότητα του θέματος αυξάνεται όταν πρόκειται για το γέλιο. Καλή ώρα σαν κι αυτή την ταινία, που φέρνει στο νου νοσηρές στιγμές του πρόσφατου ελληνικού σινεμά.

Είναι αποδεκτό να κλέβουμε το κράτος όταν νιώθουμε ότι μας κλέβει κι εκείνο; Αυτό είναι το δίλλημα που αντιμετωπίζει η Κλαούντια, μια νεαρή συντηρήτρια αρχαιοτήτων που καταφέρνει να τα βγάζει πέρα χάρη στη σύνταξη της γιαγιάς της, καθώς η αρμόδια δημόσια υπηρεσία καθυστερεί να την πληρώσει. Όταν η γιαγιά της ξαφνικά εγκαταλείπει τον μάταιο τούτο κόσμο, η χρεοκοπία της χτυπάει την πόρτα, οπότε η Κλαούντια, με τη βοήθεια του προσωπικού της, «παγώνει» τη γιαγιά προκειμένου να συνεχίσει να εισπράττει τη σύνταξή της, μέχρις ότου το κράτος τής καταβάλει αυτά που της οφείλει. Όταν η λύση για όλα τα προβλήματα της Κλαούντια αρχίζει να αχνοφαίνεται, ο Σιμόνε Ρέτσια, ο πιο άφθαρτος – και ίσως λίγο αδέξιος – αξιωματικός της αστυνομίας οικονομικού εγκλήματος, την ερωτεύεται παράφορα. Κάπου ανάμεσα σε έξυπνες παρανοήσεις, μεταμφιέσεις και παρεξηγήσεις, η ιδιαίτερη απάτη της Κλαούντια θα αρχίσει να «λιώνει» κάθε λεπτό που περνάει σαν μια γιαγιά που ξεπαγώνει στον ήλιο.