fbpx

«Αύγουστος, ο μήνας της Παναγιάς, με την Μεγαλόχαρη να κυριαρχεί στην ελληνική ποίηση», γράφει η Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

Ο Αύγουστος για τoν Ελληνισμό είναι ο μήνας της Παναγιάς, που τιμάται η μνήμη της και η μετάστασή της από την γη στον ουρανό. Η γιορτή της Θεομήτορος θεωρείται από τις κορυφαίες γιορτές  της Χριστιανοσύνης και δεν είναι ένα πένθιμο γεγονός, επειδή η Θεοτόκος  «μετέστη προς την ζωήν».

Ολόκληρος ο όγδοος μήνας του χρόνου   είναι αφιερωμένος στην Πλατυτέρα των Ουρανών με τις παρακλήσεις, τη νηστεία, τη Κοίμησή της, τα Μεθεόρτια, τα Εννιάμερα και με την κατάθεση της Αγίας Ζώνης στις 31 Αυγούστου.

Σε ολόκληρη την Ελλάδα, η Κοίμηση της Θεοτόκου εορτάζεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα, ονομάζεται δε και «Πάσχα του Καλοκαιριού». Σε πολλά Αιγαιοπελαγίτικα νησιά, όπως στην Τήνο, την Πάρο και την Πάτμο περιφέρουν επιτάφιο προς τιμήν της Παναγίας. Στις εκκλησίες και τα μοναστήρια της χώρας που είναι αφιερωμένες  στην Κοίμηση της Θεοτόκου διοργανώνονται παραδοσιακά πανηγύρια.

Μεγάλη γιορτή γίνεται στην Παναγία τη Σουμελά, η εικόνα της οποίας από το όρος Μελά βρέθηκε στο Βέρμιο Ημαθίας. Στην Τήνο η γιορτή της Παναγίας  συνδέθηκε με τον τορπιλισμό της «Έλλης» και μαζί με την Κοίμησή της οι Έλληνες τιμούν την μνήμη αυτών που χάθηκαν.

Πολλές οι ιδιότητες της Θεοτόκου, όπως Ελεούσα, Κυρία, Μεγαλόχαρη, Σωτήρα, Βοήθεια, Οδηγήτρια, Φανερωμένη, Βρεφοκρατούσα, Γλυκοφιλούσα, Γαλατούσα, Μεγαλομάτα, Θρηνούσα ,Μαχαιρωμένη, Γερόντισσα, κι ακόμα πολλά. Δεκάδες και τα προσωνύμια που αποδόθηκαν στη μητέρα του Κυρίου, που συνδέονται άμεσα  από τον τρόπο εύρεσης της εικόνας της ή από θαύμα της. Αλλά και από την εποχή των αγροτικών εργασιών με τις οποίες συμπίπτει η εορτή της, όπως  Φλεβαριανή, Μεσπορίτισσα, Πολυσπορίτισσα, Ακαθή  και τέλος από ιδιάζοντα χαρίσματά της, που είναι  Αμπελακιώτισσα, Δαμάσια, Παλατιανή, Ολυμπιώτισσα, Υψηλή.

Στη Λέρο δεσπόζει η Καστροβασίλισσα, στην Αστυπάλαια η Πορταΐτισσα, στη Ρόδο η Κρεμαστή και στην Πάρο η Εκατονταπυλιανή, στη Λέσβο η Αγία Σιών της Αγιάσου και στη Νίσυρο η Σπηλιανή Κυρά. Στην Κρήτη η Καλυβιανή και η Μεγάλη Παναγιά της Νεάπολης, στην Ίμβρο η Παναγιά η Ιμβριώτισσα και στη Χαλκιδική η Μεγάλη Παναγιά. Στη Γουμένισσα το Θεομητορικό Μοναστήρι, στην Ήπειρο η Μολυβδοσκέπαστη, στην Κεφαλονιά η Οφιούσα, στην Άνδρο η Φανερωμένη, στην Κάρπαθο η Παναγιά της Ολύμπου και η Χοζοβιώτισσα στην Αμοργό. Στη Σκιάθο η Βαγγελίστρα, στο Λεωνίδιο Κυνουρίας η Παναγιά της Έλωνας και η Επισκοπιώτισσα στη Μαντινεία. Η Παναγία αποτέλεσε ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης στη νεοελληνική ποίηση.

Αγγελος. Σικελιανός

Ο Άγγελος Σικελιανός έγραψε το Δεκαπενταύγουστο του σαράντα:

Ω, Εσύ των Ουρανών η πλατυτέρα,

που αγκάλιασες τα έθνη και τους λαούς,

των λαών και των εθνών η θεία Μητέρα,

π’ όλους της γης ξεχείλισες τους ναούς.

Μάνα, π’ αγνάντια μου είσαι ως θερισμένη

απ’ αστάχυα χλωμότατη πλαγιά,

κ’ είσαι κ’ η Ελλάδα, κ’ είσαι η Κοιμωμένη

με σταυρωτά τα χέρια Παναγιά·

Μάνα, που ο νους Σου μοναχά το ξέρει

αν, αντίκρυ στην αγία Σου εντολή,

η καρδιά μου δεν είναι ως περιστέρι

αθώα, δοκιμασμένη και καλή.

δώσε την ώρα τούτη (κ’ είναι τώρα

π’ αγγίζουμε τον ύστερο βυθό

κι αργοσημαίνει η προαιώνια ώρα)

στην άγια εντολή Σου να σταθώ

ανύσταχτος, στην άκρη γινώμενος

αγρύπνια μιαν απέραντη ματιά,

σαν ο Ιησούς Χριστός Εσταυρωμένος,

σαν οι Άγιοι Παίδες μέσα στη φωτιά!

 

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης σε ένα απόσπασμα από το  κείμενό  του με τον τίτλο Τυπικάρης αποδίδει τιμές στην Θεοτόκο:

Παρθένα Μάνα, που σαν πνεύμα ο σπόρος έπεσε στο ανέγγιχτο κορμί σου και σαρκώθη ο Λόγος, το απάρθενο τρυγώντας σπλάχνο σου, σα βρέφος! Ω, Δέσποινά μου Υποταγή, τον πόνο δέξου τον και Συ, σαν το σταυρό, και γείρε το κεφάλι με υπομονή, κατά γης, χαμογελώντας να μην πνιγεί, Κυρά, στα κλάματά Σου ο κόσμος! Εσύ ’σαι η κιβωτός, που σαν αυγό στην άβυσσο λαμποκοπάς και πλες στου Θεού τα σκοτεινά νερά, τα σπέρματα όλα μέσα σου φρουρώντας. Το πράσινο δρεπανωτό πατάς φεγγάρι κι όλες στα χέρια σου κρατώντας τις ελπίδες μας, στον άγριο ουρανό τρεμάμενη ανεβαίνεις κι αχνογελώντας στέκεσαι πλάι στο γυιό Σου.Εσύ ’σαι το ανθισμένο το κλαρί στην άβυσσο της δύναμής Του· εσύ ’σαι ο στοχασμός ο πράος μέσ’ στο φλεγόμενο καμίνι της οργής Του.

Νίκος Κζαντζάκης
Κωστής.Παλαμάς

Ο Κωστής Παλαμάς στην Η φλογέρα του βασιλιά  VIII

Κλίνει ευλαβικά το γόνυ στην αειπάρθενο:

Η ζωγραφιά επιστήμη του και η σκέψη του η Παρθένο.

Και τίποτε άλλο. Βουβαμός και ανηξεριά. Και πάντα

κατάχνια του έζωνε το νου, του σφράγιζε το στόμα,

και μοναχά στα χείλια του τρεμόφεγγε και σβούσε

και σάλευε νυχτοημέρα το δίλογο τραγούδι

σ’ όλους τους ήχους του ψαλμού: Χαίρε, Χαριτωμένη,

Κι άστραφτε κι από τη χαρά κι από την περηφάνια

του λόγου και δε χαιρόταν και καύκημα δεν του ήταν.

το πλαστουργό κοντύλι του που κράταε κυβερνώντας,

νύχτες και μέρες και γιορτές κι αργατινές, μιλούσε

με κεία τα δυο ιερολόγα: Χαίρε, Χαριτωμένη!

Κ’ ήρθε καιρός που ανήμπορος και το κοντύλι ακόμα

να περπατά στον πάπυρο, της Παναγιάς ζωγράφος,

μια μπόρεση του απόμεινε: γονατιστός να πέφτει

στην άγια εικόνα της Κυράς, όπου την ξάνοιγε, όπου

με το σιγομουρμούρισμα: Χαριτωμένη, Χαίρε!

Όλα του κόσμου ανόητα κι αλλότρια όλα του ήταν,

ώσπου ήρθε η ώρα η φοβερή κι η αφεύγατη με κεί-

να τα λόγια τα μοσκόβολα κι απάνου στα φτερά του.

πάει λυτρωμένη απ’ το κορμί μακάρια κι η ψυχή της.

Το λείψανό του ευωδίασε τη γη που τόνε πήρε

κι απάνου από το μνήμα του πλήθαινε ο μόσκος και ήρθε,

πλημμύρισε η μοσχοβολιά στο μοναστήρι και ήταν

τριγύρω σα μιαν άνοιξη, πλούσια κι αλόγιστη ήταν

Κ’ έναν καιρό κάποιον Απριλίου φανταχτερού και κάποιον  σπάταλον Μάη, στα νιάμερα, γίνηκε μέγα θάμα.

Στο μνήμα το μοσκόβολο ξεφύτρωσε άσπρος κρίνος.

Απάνου στα κρινόφυλλα χρυσογραμμένα λόγια

διαβάζονταν ολόλαμπρα: Χαίρε, Χαριτωμένη!

Κ’ ήτανε κάτι αφάνταστο και η μυρουδιά του κρίνου

Τρέχει, φωνάζει ο Γούμενος: – Σκάφτε, παιδιά μου, ανοίχτε το μνήμα, Θάμα! Κύριε, μεγάλη η δύναμή Σου!

Τάχα κι από πού να ’ρχεται, τάχα και πού να πάει

τάχα και πού η χρυσοπηγή της χάρης που ανάβει

απ’ την Κυρά Αειπάρθενο; – Και σκάψανε κι ανοίξαν·

από το στόμα του νεκρού να ο κρίνος, φουντωμένος!

Και σα ν’ αργοψιθύριζε το στόμα του και μέσα

στο μνήμα το τραγούδι του! -Χαίρε, Χαριτωμένη!-

Το πήραν ευλαβικά το λείψανο, το ψάχνουν

και βρίσκουν την κρινόριζα μέσ’ στην καρδιά του αγίου…

Και στην καρδιά καταμεσής, απίστευτα γραμμένη,

της Παναγιάς η ζωγραφιά. Χαριτωμένη, Χαίρε!

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης αφιερώνει στη θαυματουργή Παναγία την Κουνίστρα τους παρακάτω στίχους :

Εις όλην την χριστιανοσύνη

μία είναι μόνη Παναγία αγνή,

Κόρη παιδίσκη, Άσμα Ασμάτων

χωρίς Χριστόν, Θείο παιδί στα χέρια,

και τρεφομένη με Αγγέλων άρτον.

Εσύ ’σαι η μόνη Παναγία Κουνίστρα,

που εφανερώθεις στης Σκιάθου το νησί

εις δένδρον πεύκου επάνω καθημένη

κι αιωρουμένη εις τερπνήν αιώραν,

όπως αι κορασίδες συνηθίζουν.

Εφανερώθεις κι όλος ο λαός

μετά θυμιαμάτων και λαμπάδων

εν θεία λιτανεία σε παρέπεμψε

κι εσήκωσεν ωραίον λευκόν ναόν,

που με πιατάκια ελληνικά σού στόλισε.

Κι όλος ο ήλιος έλαμπε εις τον ναόν σου

και φως το πλημμυρούσε μαργαρώδες

όλα τ’ αστέρια εφεγγοβολούσαν

και η σελήνη εχάιδευε γλυκά

τα απλά της εκκλησίας σου καντηλάκια.

Κι είδες η Κόρη του λαού την πίστιν

είδες την πτώχειαν κι ευσπλαγχνίσθης,

όπως το πάλαι είχε σπλαγχνισθή ο Υιός σου

τους προγόνους του ίδιου του λαού,

ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα.

Κι άρχισες να γιατρεύεις τους αρρώστους

και να γιατρεύεις τους δαιμονισμένους,

που ήρχετο ώρα κι εις τους τοίχους εκτυπώντο

με φοβερόν συγκλονισμόν,

κι άρχισες, θεία, να θαυματουργείς.

Κι η χάρη σου ξαπλώθηκε ως τα πέρατα

του ειρηνικού νησιού της Σκιάθου,

ω, Παναγιά μου, κόρη πάναγνη, καλή.

Κι ίσως να φτάσει κι ως εμένα και ν’ απλώσει

γαλήνη στην ψυχή μου την αμαρτωλή.

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

 

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης στο ποίημά του η Φανερωμένη  παρουσιάζει μια απελπισμένη μητέρα, που προσφεύγει στην εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης εκλιπαρώντας για την σωτηρία του παιδιού της.

 

Κυρά Φανερωμένη μου, παρηγοριά του κόσμου, βόηθα με την πανόρφανη!

Τ’ άγιο σου χέρι δος μου για ν’ ανεβώ στο βράχο σου!

Δεν ήλθες ψες το βράδυ ωσάν αχτίδ’ ανέλπιστη στο μαύρο μου τον Άδη, κι εσφόγγισες το δάκρυ μου και μούπες συ,

Κυρά μου, να πάρω το παιδάκι μου στην έρημη αγκαλιά μου και να το φέρω να το ιδείς;

Παρθένε, βοήθησέ με… Τα γόνατά μου εδείλιασαν…κατέβα, πρόφθασέ με…

 

 

Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος στο Παγωμένο Φεγγάρι αναζητά την Παναγία:

… Το πέλαγος ασπρίζει κάτου από τ’ άσπρο φεγγάρι,

ασπρίζει ζουμπούλι και γιασεμί.

Κ’ είναι η ώρα η μέγιστη που τραγουδούν και στενάζουν οι εκκλησιές που τραγουδούν και στενάζουν τα ρημοκλήσια, που τραγουδεί και στενάζει η Μεγαλόχαρη,

η Παναγιά του πελάγου, η Τηνιακή,

η θαλασσόχαρη Παναγίτσα…

Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

 

Ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης σχολιάζει στο ποίημά του

Το Νιχώρι:

… «Εάν στης Κουμαριώτισσας της Παναγιάς θελήσεις

την εκκλησιά να μπεις μ’ εμέ, φανατικός συγχώρει

αν είμ’ εκεί. Άλλην θαρρώ χάριν οι παρακλήσεις

έχουνε στο πιστό Νιχώρι…

Ο Οδυσσέας Ελύτης στη συλλογή του Προσανατολισμοί  μας ταξιδεύει με την Κεχαριτωμένη Μαρία στην πλώρη

Με το καίκι και με τα πανιά της Παναγίας

Έφυγαν με το κατευόδιο των ανέμων.

Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη

Πριν απ’ την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου

Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή

Εκατόφυλλη, ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας.

Οδυσσέας Ελύτης
Γιάννης Ρίτσος

Ο Γιάννης Ρίτσος  στο «Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού» οραματίζεται:

Όταν περνούσε η Παναγία σιωπηλή κάτου απ’ τα δέντρα κανένας δεν την άκουσε

Τα σκυλιά δε γαυγίσαν στις αυλόπορτες.

Μονάχα τα τριζόνια τη χαιρέτισαν,

κι ένα μεγάλο αστέρι χτύπησε

σε μια χορδή κάποιο άγνωστο τραγούδι

που τ’ ακούσαν μόνο τα παιδιά στον ύπνο τους

και γύρισαν απ’ τα’ άλλο τους πλευρό χαμογελώντας.

Η Ζωή Καρέλλη διαβαίνει τη «Στενή Πύλη», που την οδηγεί στην εκκλησία της Παναγιάς.

Μακριά δεν είναι η εκκλησία, όπου η θεοσεβής μητέρα μου πήγαινε τακτικά, στη Γοργοεπήκοο ή την ελπιδοφόρο Δεξιά. Παλιά κι άλλη εκκλησία, γλυκειά η Γρηγορήτρα «η Παναγούδα» ως την αποκαλούσαν η μάμμη, η προμάμμη, όλες γυναίκες φιλόθρησκες, σεμνές και σοβαρές, στέκονταν στα στασίδια και προσεύχονταν τις κατανυκτικές τους επικλήσεις, αγνές, συνεσταλμένες έψαλλαν παρακλήσεις μικρές και τις μεγάλες δεήσεις, αγιασμούς και ωραία τροπάρια, στις αγρυπνίες ολονύκτιες κι άνοιγαν τα κλεισμένα παρεκκλήσια για ευχαριστίες, υπέρ υγείας αγαπημένων προσώπων, όταν ασθενούσαν, και διάβαζαν ευχές. Κι όταν υπέφεραν, προσέτρεχαν, επιμελώς, εκοίταζαν και μάθαιναν τη σοβαρότητα της μορφής Σου, Υπεραγία, «των θλιβόμενων η χαρά», διδάσκονταν την εγκαρτέρηση της έκφρασής Σου, την οδυνηρή χαρά. Τώρα, Σεπτή, είναι μεγάλη η επιβουλή και η ευλάβεια μικρή κι η πίστη παίρνει άλλη δύναμη.

Ζωή Καρέλλη
Νικηφόρος Βρεττάκος

 

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος συμμετέχει στη Χαρά της Παναγίας:

Η Παναγία χτενίζει

τα χρυσά της μαλλιά στο μικρό της παράθυρο

μια θαλασσιά πεταλούδα πετά γύρω απ’ τη μία της

πλεξούδα που κρέμεται.

Βασιλεύει ο ήλιος.

Ο Ιωσήφ ανεβαίνει πιο ψηλά, να της κόψει

ένα κόκκινο άνθος.

 

Ο Νίκος Καρούζος στο «Χρονικό της αταραξίας» μας δίνει μία άλλη εικόνα:

πικράθηκεν ο χάρος ο χαραμοφάης

καθώς η Παναγία κυλιότανε στα κιτρολέμονα

κι είχε δέσει το δαίμονα

στα θεόρατα γιασεμιά της χαρμολύπης…

Νίκος Γκάτσος

Περνάμε σ’ έναν άλλο σημαντικό ποιητή και στιχουργό, ο οποίος έχει γράψει μερικά από τα λατρεμένα τραγούδια του στενού συνεργάτη του Μάνου Χατζιδάκι, αλλά και του Μίκη Θεοδωράκη, του Σταύρου Ξαρχάκου, και άλλων συνθετών. Ο Νίκος Γκάτσος μας αφήνει «Μια Παναγιά» χιλιοτραγουδισμένη….

Μια Παναγιά

μιαν αγάπη μου έχω κλείσει

σε ερημοκλήσι αλαργινό.

Κάθε βραδιά

Της καρδιάς την πόρτα ανοίγω

κοιτάζω λίγο

και προσκυνώ.

Μια Παναγιά

μιαν αγάπη μου έχω κλείσει

σε ερημοκλήσι αλαργινό.

Κάθε βραδιά

Της καρδιάς την πόρτα ανοίγω

δακρύζω λίγο και προσκυνώ

 

Ο Ματθαίος Μουντές στα οθόνια κείμενά  μας γνωστοποιεί:

…Διαδόθηκε πως είδαν την Παναγιά να υφαίνει

μικρά ράσα για τα παιδιά των σκλάβων.

Κάθεται, λένε, παράμερα, κάτω από ένα σκίνο,

υφαίνει και κλαίει. Ποιος ξέρει, ίσως ν’ άκουσε

για την προδοσία.

Η Παναγιά δεν είναι μια ξένη σε τούτο τον τόπο…

…κάτι παιδιά είπαν πως την είδαν να κοιμάται

πολλές βραδιές σε κείνα τα χαλάσματα στο ρέμα.

Άραγε πληροφορήθηκε για τη λόγχη;

Τα πηγάδια –ευτυχώς– φέτος γέμισαν.

Λένε πως βοήθησαν σ’ αυτό πολύ τα δάκρυά Της…

Ματθαίος Μουντές
Κική Δημουλά

Και η Κική Δημουλά συναντά την Παναγία σε ένα φθινοπωρινό περίπατο:

 Το τοπίο ομαλά κυλάει απ’ τις γύρω κορφές

κι εκβάλλει στο παράθυρό μου.

Οι πιο ψηλές κορφές ων πεύκων εξέχουν

κι είναι σαν τα παιδιά που παίρνουνε στον ώμο

στις παρελάσεις για να βλέπουν:

Η Παναγιά η Ελευθερώτρια

τραβάει κουπί μέσα στην πάχνη,

κι η καμπάνα ξεχνάει να πει άφες αυτοίς.

Τα πουλιά ωραία σκορπίζονται

στην απλή των φτερών τους θρησκεία,

κι ο Υμηττός στο μισομπλέ μυστικισμό του

απωθεί την χωμένη στα πόδια του

Ευχόμαστε Χρόνια Πολλά…