fbpx

«Αστέρι η Lady Gaga, ανα-γεννημένος Μπράντλεϊ Κούπερ, cool «φινάλε» για τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Παρατηρώντας τα αδύναμα κινηματογραφικά σενάρια των τελευταίων ετών θυμήθηκα τα ντράβαλα αυτής της κάστας των γραφιάδων, που με τα κείμενα τους δίνουν την ψυχή στην κινούμενη εικόνα. Η μεγάλη απεργία του 2007, που αφορούσε το παντεσπάνι και όχι το βουτυράκι των σεναριογράφων της Ανατολικής και της Δυτικής ακτής των Η.Π.Α. σε σινεμά και τηλεόραση άλλαξε άρδην το τοπίο στην μεγάλη και στην μικρή οθόνη.

Ο ανθός της σεναριακής πένας «κατσικώθηκε» – έπειτα από 20 χρόνια ειρηνικής συνύπαρξης με τα studios – και σταμάτησε να πληκτρολογεί τον γραπτό λόγο σε ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και εκπομπές. Τα μεγάλα κινηματογραφικά studios, βέβαια, είχαν στα «ψυγεία» τους πλήθος σεναρίων προς υλοποίηση, πληρωμένα μάλιστα, οπότε δεν πολυστεναχωρήθηκαν, αλλά η τιβούλα τι θα έκανε;

Όλα τα talk shows οι σαπουνόπερες, τα quiz shows, που οι ζεστοί φρανγκλίνοι έρρεαν ποταμηδόν από τις διαφημίσεις, πως θα τα έβγαζαν πέρα, όταν θα έπρεπε να κατεβάσουν τα ρολά και να παίζουν επαναλήψεις; Ο Ντέιβιντ Λέτερμαν, μάλιστα, στην εκπομπή του το 2007 – ο οποίος χρειάζονταν επειγόντως τα αστεία του – χαρακτήρισε «δειλούς και τσιγκούνηδες» τους παραγωγούς του Χόλιγουντ, που δεν βάζουν το χέρι στην τσέπη για να ικανοποιήσουν τα αιτήματα των σεναριογράφων, εκ των οποίων ήταν και η συμμετοχή τους στα πνευματικά δικαιώματα  από την μετάδοση των ταινιών μέσω του διαδικτύου.

Έπειτα από τρεις μήνες απεργίας (5 Νοεμβρίου του 2007 – 12 Φεβρουαρίου του 2008) και με συνολικές απώλειες, περίπου, των 2,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων στα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα, η Ένωση Αμερικανών Σεναριογράφων (WGA), μέσες άκρες τα συμφώνησε, τα βρήκε και οι περίπου 10.500 γραφιάδες ενεργοποίησαν ξανά τα πληκτρολόγια τους. Ήταν τότε, που η τηλεόραση αποφάσισε να κάνει μια μεγάλη στροφή στον χώρο της οικιακής ψυχαγωγίας – πάθημα μάθημα -, διαμορφώνοντας το stream τοπίο εντελώς διαφορετικά από το τι ήταν παλαιότερα.

Άνοιξαν οι σκουριασμένες βάνες της μονέδας στις μεγάλες τηλεοπτικές παραγωγές, πληρώνοντας πριγκιπικά τις ευφάνταστες πένες για τα καλά σενάρια και οι σεναριογράφοι γνώρισαν, ας πούμε, την τηλεοπτική τους Άνοιξη, όπως άλλωστε και οι ηθοποιοί, που κατά την λαϊκή, σοφή ρήση: «κοντά στον βασιλικό ποτίζεται και η γλάστρα». Το Χόλιγουντ «φτώχυνε» από δυνατά κείμενα – κάτι που είναι εμφανέστατο τα τελευταία χρόνια -, καθώς οι κινηματογραφικοί «πενάτοι» σταβλίστηκαν στα γόνιμα, τηλεοπτικά λιβάδια, λόγω καλών αμοιβών και αρκετών τεμενάδων.   

Έπεσε άφθονο δολάριο στην μικρή γυάλινη θέα και οι υπερπαραγωγές των σειρών με τρανταχτά ονόματα του Χόλιγουντ έλαβαν θέση μάχης στην μικρή οθόνη με αστρονομικούς μισθούς, ραντίζοντας αίγλη και γκλαμουριά τα τηλεοπτικά σενάρια και τις παραγωγές.

Τα πράγματα όμως, όπως συνήθως συμβαίνει σε περιόδους ευωχίας, έχουν και την σκληρή τους όψη. Το ό,τι ένας σεναριογράφος ή η συγγραφική ομάδα εργαζόντουσαν άοκνα για μια επιτυχημένη σειρά, δεν σήμαινε αμοιβές ανάλογες με τα υπερκέρδη που συσσώρευαν τα κανάλια σε μια αγορά, που ανθούσε σαν τους εύφορους, κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας. Άρχισαν τα παρατράγουδα, οι βάρβαρες, εργασιακές σχέσεις, οι περικοπές των συμφωνηθέντων επεισοδίων (από 22 ανά σεζόν κόπηκαν σε 8 το πολύ 13 επεισόδια), βασίλεψαν οι τσιγκουνιές, άνθισαν οι επιμηκύνσεις των διαλλειμάτων ανάμεσα στις σεζόν, βιώνοντας οι ομάδες αρκετά μεγάλες περιόδους ανεργίας. Φυσικά, το σκληρό πρόσωπο των παραγωγών, αυτή την φορά από το βασίλειο της μικρής οθόνης, εμφανίστηκε πιο τραχύ από αυτών των κινηματογραφικών παραγωγών, απαγορεύοντας ρητώς, απειλώντας ξεκάθαρα και μαφιόζικα τους σεναριογράφους να μην ασχολούνται σε άλλες σειρές κατά την διάρκεια αυτών των «μακρόχρονων τηλεοπτικών διαλλειμάτων».

Άρχισαν οι απολύσεις, τα συμβόλαια να θρυμματίζονται και τον Απρίλιο του 2017 η Ένωση Αμερικανών Σεναριογράφων (WGA) απείλησε ξανά με απεργία. Δηλαδή, περίπου, 450 τηλεοπτικές παραγωγές με διεθνές αγοραστικό ενδιαφέρον και διαφημίσεις επιπέδου Ελντοράντο, θα έριχναν «μαύρο» στις μικρές οθόνες. Ω ρε, πίκρα!

Οι μεγαλομέτοχοι των καναλιών έκαναν ρελάνς, απειλώντας με την σειρά τους, πως θα προσκαλέσουν Άγγλους, Αυστραλούς και Καναδούς σεναριογράφους, που δεν δεσμεύονται από το αμερικανικό Σωματείο, για να στηρίξουν σεναριακά, τουλάχιστον, τις εκπομπές, τα αθλητικά και τα ριάλιτι, ώστε να μην έχουν χασούρα. Τελικά, τον Μάιο του 2017 απεφεύχθη το μοιραίο, πέτυχαν κάποια αιτήματα στις εργασιακές σχέσεις και την κάλυψη υγείας οι σεναριογράφοι, αλλά οι διευθύνοντες σύμβουλοι, αυτοί οι τεχνοκράτες της φακής, τα golden guys and gals, που οφείλουν την παρουσία τους στα κανάλια στις επιτυχημένες παραγωγές, συνεχίζουν να αμείβονται σαν κροίσοι εις βάρος της παραγωγικής διαδικασίας.

Η τηλεοπτική σειρά «Californication» με τον Ντέβιντ Ντουκόβνι δίνει ένα άρωμα του τι συμβαίνει με τους γραφιάδες σεναρίων στον τηλεοπτικό χώρο. Βασίλεια διόλου αγγελικά πλασμένα…                     

«Ένα Αστέρι Γεννιέται»

(A Star is Born)

 

 

  • Είδος: Ερωτικό, μουσικό δράμα
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018) 
  • Σκηνοθεσία: Μπράντλεϊ Κούπερ
  • Με τους: Μπράντλεϊ Κούπερ, Lady Gaga, Σαμ Ελιοτ, Αντριου Ντάις Κλέι
  • Διάρκεια: 135 λεπτά
  • Διανομή: Tanweer

Είναι η τέταρτη κατά σειρά κινηματογραφική ανάγνωση της εν λόγω ταινίας, όπως γράψαμε και στο άρθρο μας (εδώ) και η πρώτη επαφή του ταλαντούχου ηθοποιού, τέσσερις φορές υποψήφιου για Όσκαρ, Μπράντλεϊ Κούπερ πίσω από την κάμερα με την ιδιότητα του σκηνοθέτη, ενώ πρωταγωνιστεί και στην ταινία.  Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό, δουλεμένο προσεκτικά, κρατώντας τις αποστάσεις του από τις προηγούμενες τρεις μεταφορές, δίνει την αίσθηση του ολόφρεσκου προϊόντος με την διαφορετική, πεισματικά, εσωτερική οπτική προσέγγιση στους ήρωες της ιστορίας.

Ο Κούπερ εμφανώς αγχωμένος όχι όμως πανικόβλητος, κατάφερε να στρώσει μια καλή ταινία, που στηρίζει και τα δυο πόδια της στον μουσικό ήχο, κεντώντας παράλληλα ψιλοβελονιά στον καμβά της ήδη ιστορικής ταινίας το δράμα, τον έρωτα και το βαρύ παρελθόν του ήρωα μουσικού. Το σημαντικό ατού αυτής της προσπάθειας του ηθοποιού και άρτι αφιχθέντος σκηνοθέτη είναι η επιλογή της super star Lady Gaga (Στέφανι Τζοάν Αντζελίνα Τζερμανότα, όπως είναι το πραγματικό της όνομα – Ιταλός ο πατέρας, Ιταλο-Καναδή η μητέρα της) στον ρόλο της άσημης τραγουδίστριας Άλι, που από σερβιτόρα γίνεται αστέρι του πενταγράμμου χάρη στον καλλιτέχνη που την ανακάλυψε, την αγάπησε και την ανέδειξε.

H Gaga, άνευ εμπάθειας και μικροψυχίας, είναι καταπληκτική και εδώ, στον πρώτο πρωταγωνιστικό της ρόλο σε μεγάλου μήκους ταινία, χάρμα οφθαλμών και ώτων, προσφέροντας κυριολεκτικώς την ψυχούλα της. Η φωνάρα της και η καλή ερμηνεία μπροστά στον φακό του Μπράντλεϊ Κούπερ, αλλά και δίπλα του ως συμπρωταγωνίστρια, απελευθερώνουν την ταινία από τα δεσμά της μετριότητας, απογειώνοντας μουσικά και αφηγηματικά όλο το οικοδόμημα που έστησε με μεράκι ο ηθοποιός στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο.

Ο καταξιωμένος  μουσικός της country rock, Τζάκσον Μέιν (Μπράντλεϊ Κούπερ – πολύ καλός), βρίσκεται στον ατέρμονα κοχλία της δόξας του, που συνοδεύεται από αλκοολισμό και χρήση χαπιών. Έπειτα από ακόμα μια επιτυχημένη συναυλία και ψάχνοντας επειγόντως να βρει αλκοόλ, καταλήγει σε music bar με drag queens, που η μοναδική γυναίκα τραγουδίστρια είναι η Άλι (Lady Gaga – απίθανη). Ο Τζάκσον γοητεύεται με τις δυνατότητες της φωνή της, καθώς τραγουδάει ζωντανά το «La Vie en Rose» της Πιάφ και όχι καραόκε όπως οι υπόλοιπες, ενώ συγχρόνως την ερωτεύεται. Η Άλι που είναι σερβιτόρα έχει αρχίσει να εγκαταλείπει το όνειρό της να γίνει μεγάλη τραγουδίστρια, μέχρι που ο Τζακ την πετάει στα βαθιά, βγάζοντας την στην σκηνή σε μια επόμενη συναυλία του για να τραγουδήσει μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους. Η σκηνική παρουσία και η εκπληκτική της φωνή παίρνουν μορφή χιονοστιβάδας, γίνεται viral στο διαδίκτυο  και ξαφνικά βρίσκεται με συμβόλαιο εκατομμυρίων δολαρίων από δισκογραφική εταιρεία. Όταν, όμως,  η καριέρα της  Άλι απογειώνεται, η προσωπική πλευρά της σχέσης τους καταρρέει, καθώς ο Τζακ παλεύει με τους δικούς του ισχυρούς δαίμονες: το αλκοόλ, τα ναρκωτικά, το παρελθόν της οικογένειας του και τον αδελφό του, Μπόμπι (Σαμ Έλιοτ – πάντα μοναδικός και γοητευτικός), ο οποίος Μπόμπι είναι το δεξί χέρι του διάσημου τραγουδιστή Τζάκσον Μέιν και φροντίζει τα πάντα για αυτόν.

Όπως αναφέραμε η ταινία είναι κέντημα και φτιαγμένη με πολύ δημιουργική δύναμη, κάτι που θα το διαπιστώσετε από το πρώτα δευτερόλεπτα της έναρξης της. Ο Μπράντλεϊ Κούπερ δεν ξαποσταίνει πουθενά και στα 135 λεπτά προβολής επιβεβαιώνει συνεχώς την λεπτολογία και την προσπάθεια στο να βγει το υλικό άψογο σε όλα τα επίπεδα. Δεν σαχλαμαρίζει, δεν ξεχνιέται και διατηρεί ένα καλό ρυθμό αφήγησης, που αν η ταινία ήθελε ένα δεκαλεπτάκι, περίπου, συμμάζεμα το δικαιολογούμε ένεκα του δικού του άγχους να είναι τέλειος. Περφεξιονισμός που απορρέει από τις εύστοχες συνεργασίες στο μοντάζ με τον βετεράνο και τρις υποψήφιο για Όσκαρ Τζέι Κάσιντι («Οδηγός Διαπλοκής», «Ταξίδι στην Άγρια Φύση», «Οδηγός Αισιοδοξίας»), στον σχεδιασμό παραγωγής της βραβευμένης Αυστραλής Κάρεν Μέρφι («The Great Gatsby», «Australia» , «Το Χρονικό της Νάρνια: Ο Ταξιδιώτης της Αυγής»), αλλά και στην φωτογραφία του Αμερικανο-Φιλιπινέζου και υποψηφίου για Όσκαρ Μάθιου Λιμπατίκ (Μαύρος Κύκνος). Ο Κούπερ παίζει παντού στην ταινία, εκτός της σκηνοθεσίας και της ερμηνείας, βρίσκεται στο σενάριο μαζί με τον γερόλυκο, οσκαροβραβευμένο Έρικ Ροθ (Μόναχο) τον Γουίλ Φέτερς (Η Πρώτη Αγάπη), μπαίνει στην παραγωγή και στα πρωτότυπα τραγούδια μαζί με την Lady Gaga, τον Λούκας Νέλσον (γιος του θρυλικού μουσικού της country Γουίλι Νέλσον), τον Τζέισον Ίσμπελ και τον Μαρκ Ρόνσον. Όλες οι συνεργασίες είναι αδαμάντινες, καθώς και τα τραγούδια που ακούγονται, τα οποία στηρίζουν δυναμικά όλο το στόρι είναι απολύτως live και όχι στουντιακά, καθώς και ο Κούπερ και η Gaga τα ερμηνεύουν ζωντανά στο Greek Theater του Λος Άντζελες, το φεστιβάλ Coachella και στο «Saturday Night Live». Καταλήγοντας σε ένα άρτιο, τεχνικά αποτέλεσμα, η ταινία δεν μένει στην επιφάνεια και σκαλίζει προσεγμένα τον εσωτερικό κόσμο του ήρωα, που είναι άλλωστε και το δραματικό στοιχείο της ιστορίας, ανακαλύπτοντας το ακριβό ορυκτό που θα χαρίσει την απογείωση. Ο Κούπερ και η Gaga υποστηρίζουν αυτή την εξόρυξη, αγαπησιάρικα, συγκινητικά, τρυφερά, ο καθένας από την πλευρά του, καταλήγοντας στον ποθητό, κινηματογραφικό συνδυασμό:  Έρωτας και τραγούδι, μουσική και δράμα σε αρμονική συμφωνία. Μην την χάσετε!  

«Ο Κύριος & το Όπλο»

(The Old Man & the Gun)

 

 

  • Είδος: Αστυνομική περιπέτεια
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Λόουερι
  • Με τους: Ρόμπερτ Ρέντφροντ, Σίσι Σπέισεκ, Κέισι Αφλεκ, Ντάνι Γκλόβερ, Τομ Γουέιτς
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Odeon

Ηθοποιός φτιαγμένος από την στόφα των θρύλων του Χόλιγουντ. Σκηνοθέτης που αγαπήσαμε. Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ με αυτή την ταινία, όπως ο ίδιος δήλωσε, σηκώνει το χέρι και μας αποχαιρετά για πάντα. Ο τελευταίος ρόλος του ηθοποιού, υποδυόμενος έναν τζέντλεμαν κλέφτη, που ενώ έχει την επιλογή να αφήσει τις ληστείες και να ηρεμήσει στην αγάπη και την φροντίδα μιας καλοσυνάτης κυρίας, στα εβδομήντα οκτώ του χρόνια συνεχίζει να ξαφρίζει τα ταμεία των τραπεζών. Σημειολογικό για το δηλωμένο, οριστικό goodbye του μεγάλου ηθοποιού ή απλά συμβολικό, ότι όλα έχουν ένα τέλος, όσο γοητευτικό κι αν είναι το επάγγελμα του ηθοποιού; Αν και δεν είναι αποχαιρετισμός, αλλά ένας πυροβολισμός του ηθοποιού με τα δάχτυλα του σε σχήμα όπλου, όπως κάνουν τα πιτσιρίκια, ακούμε και τον ήχο από τα χείλη του, το κινηματογραφικό κάδρο του Ρέντφορντ θα παραμείνει αιώνια καρφωμένο στο σαλόνι των μεγάλων stars, μείνει δεν μείνει στις κινηματογραφικές ιστορίες, καθώς οι φήμες αναφέρουν, ότι ο ηθοποιός αρνείται τα περί αποχώρησης του από την ενεργό δράση, Εξ’ ου και ο «πυροβολισμός» του.      

Έπειτα από μια καριέρα έξι δεκαετιών, ο 82χρονος, γαλανομάτης, ξανθός, δημοκράτης Ρόμπερτ (για μας, πάντα ο ωραίος Μπομπ θα είναι όσα χρόνια κι αν κυλήσουν), είναι το δραστήριο, καλλιτεχνικό κύτταρο που πέρασε επιτυχημένα από όλα τα πόστα της κινούμενης εικόνας. Επέλεξε να πρωταγωνιστήσει σε μια ιστορία που ο ρόλος του κλέφτη τον σημάδεψε πολλάκις στην 7η Τέχνη: «Οι Δυο Ληστές», «Το Κεντρί», ακόμα και ως «Υπέροχος Γκάτσμπι», είναι ένας κλέφτης, ένας τυχοδιώκτης. Πάντα στην θέση του αντι-ήρωα, πάντα αισθαντικός και ρομαντικός και συνάμα αθεράπευτα δημιουργικός, ο «πατέρας» του γνωστού φεστιβάλ indie ταινιών «Sundance», προτεινόμενος δυο φορές για Όσκαρ και βραβευμένος μια φορά ως σκηνοθέτης για τους «Συνηθισμένους Ανθρώπους» (1980), συνεργάζεται για δεύτερη φορά με τον 38χρονο, Αμερικανό σκηνοθέτη Ντέιβιντ Λόουερι (Ο Πιτ και ο Δράκος του) ερμηνεύοντας έναν ξεχωριστό από τους γνωστούς ληστές τραπεζών που ξέρουμε, τον Φόρεστ Τάκερ. Το σενάριο είναι γραμμένο από τον σκηνοθέτη και τον Ντέιβιντ Γκραν, οποίος το δημοσίευσε το 2003 με τον ίδιο τίτλο στους «New Yorker», βασισμένο σε πραγματική ιστορία. Ο δε Μπομπ συμμετέχει στην παραγωγή.

Ο κοστουμάτος, 70 plus με το ψεύτικο μουστάκι και αφοπλιστικής ευγένειας με το όνομα Φόρεστ Τάκερ (Ρόμπερτ Ρέντφορντ -καταπληκτικός) είναι ένας επαγγελματίας ληστής τραπεζών στην Αμερική της δεκαετίας του ΄80. Το περίστροφο το κουβαλάει μαζί του κάτω από την μασχάλη, απλά για να το δείχνει. Ποτέ δεν το χρησιμοποιεί, καθότι το αήττητο όπλο του είναι το χαμογελαστό πρόσωπο, η καλοσύνη, το ευπρεπές ντύσιμο και φυσικά το ώριμον της ηλικίας του. Με τον καλό λόγο στα χείλη, την ηρεμία και την ψυχραιμία αδειάζει τα συρτάρια των γκισέ δίχως να τον παίρνει κανείς χαμπάρι, παρά μόνο αυτός με τον οποίο έρχεται σε επαφή και είναι, είτε ο διευθυντής του υποκαταστήματος, είτε η ταμίας. Αθόρυβα, διακριτικά, ευγενικά ζητάει τα χρήματα, ο υπάλληλος γεμίζει τον δερμάτινο χαρτοφύλακα του για να αποχωρήσει ελαφροπάτητος από τον χώρο της τράπεζας ελάχιστα λεπτά πριν κτυπήσει ο συναγερμός στο πλησιέστερο Αστυνομικό Τμήμα. Τις κινητοποιήσεις των Αρχών τις παρακολουθεί από έναν αυτοσχέδιο δέκτη που είναι συνδεδεμένος στο αυτί του με ακουστικό. Όλες οι ληστείες είναι άψογα σχεδιασμένες από τον ίδιο και ως προς την εκτέλεση τους τον βοηθούν οι δυο επίσης ηλικιωμένοι φίλοι του, ο Τέντι (Ντάνι Γκλόβερ- καλός) και ο Γουέλερ (Τομ Γουέιτς – καλός). Ούτε πιστολιά δεν πέφτει, ούτε απειλές, ούτε γάτα, ούτε ζημιά και οι υπάλληλοι των τραπεζών, που νταραβερίστηκαν μαζί του, μόνο καλά λόγια έχουν να πουν για αυτόν στην Αστυνομία. Οι δραστηριότητες του γεράκου παράνομου κινούν το ενδιαφέρον του αστυνομικού Τζον Χαντ (Κέισι Άφλεκ – καλός), ο οποίος μαζί με τα δυο ανήλικα τέκνα του βρίσκεται μέσα στην τράπεζα για προσωπική του δουλειά, περιμένοντας στην ουρά να έρθει η σειρά του, ώστε να εξυπηρετηθεί, όταν στο διπλανό ταμείο, την ίδια στιγμή ο διευθυντής του καταστήματος γεμίζει την τσάντα του ληστή Τάκερ με χρήματα. Ο αστυνομικός Χαντ δεν πήρε μυρωδιά τι έπαιξε στην τράπεζα, κι όταν κατάλαβε τι γινόταν, έβαλε σκοπό να συλλάβει τον χαμογελαστό, ηλικιωμένο ληστή τραπεζών, ενώ συνάμα, από την έρευνα που διεξάγει για το παρελθόν του ηλικιωμένου Τάκερ, κτίζεται μια συμπάθεια ανάμεσα σε διώκτη και διωκόμενο.

Σε μια καταδίωξη της αστυνομίας στο εθνικό, οδικό δίκτυο, ο Τάκερ για να γλυτώσει από τους αστυνομικούς, σταματάει το αυτοκίνητο του δίπλα στο χαλασμένο φορτηγάκι της καλοστεκούμενης, ωραίας, ηλικιωμένης κυρίας με το όμορφο όνομα, της Τζουλ (Σίσι Σπέισεκ – καταπληκτική), δήθεν για την βοηθήσει. Μεταξύ τους αναπτύσσεται μια φιλία και ενώ της αφηγείται ποια είναι η δουλειά του, η Τζουλ «τσιμπιέται» μαζί του. Η αστυνομία και ακολούθως το FBI – έπειτα από το ξάφρισμα χρυσού σε μια τράπεζα – είναι στο κατόπι του Τάκερ. Ο γοητευτικός ληστής που έχει αρχίσει κι αυτός να αγαπάει την Τζουλ, παίρνει το μήνυμα από τους συνεργούς τους, πως θέλουν να σταματήσουν πια τις ληστείες και να αποσυρθούν σε θερμά κλίματα λόγω ηλικίας. Ο Τάκερ σκέφτεται σοβαρά κι αυτός να αποσυρθεί, να ζήσει μαζί με την γυναικούλα ήρεμα στο ράντζο της, αλλά όπως λένε οι σοφοί παλαιοί «πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι».

Η Σίσι Σπέισεκ και ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ για την ιστορία να αναφέρουμε ότι βραβεύτηκαν με Όσκαρ την ίδια χρόνια. Η Σπέισεκ για τον ρόλο της κάντρι τραγουδίστριας Λορέτα Λιν στην ταινία του Μάικλ Άπτεντ «Η Κόρη του Ανθρακωρύχου» (Coal Miner’s Daughter – 1980) και ο Ρέντφορντ με το Όσκαρ Σκηνοθεσίας για την ταινία «Συνηθισμένοι Άνθρωποι» (Ordinary People -1980). Αυτοί οι δυο υπέροχοι ηθοποιοί εκπέμπουν μια κινηματογραφική ηρεμία, που μαζί με το απαλό μοντάζ και την μουσική επένδυση σε τζαζ και country blues ήχους ταξιδεύουν τον θεατή σε άλλη κινηματογραφική δεκαετία πιο χαλαρή, πιο σινεμαδίστικη. Στον κύκλο των σχέσεων του ήρωα με την Τζουλ και τον διώκτη του, τον αστυνομικό Χάντ, ο Μπομπ κινείται απίθανα, δίνοντας στον θεατή 93 απολαυστικά λεπτά, μιας ατμόσφαιρας που σχεδόν την έχουμε απολέσει στο κινηματογραφικό πανί. Δεν υπάρχει βία, αίμα, φωνές, χαλασμός και απανθρωπιά. Αυτό είναι το θαυματάκι του σκηνοθέτη Ντέιβιντ Λόουερι. Αν και η ταινία είναι καθαρόαιμο police story, δηλαδή, μια καταδίωξη της αστυνομίας για να τσακώσει έναν ληστή, ο Λόουερι χαμηλώνει τους ρυθμούς και την ένταση, αφήνοντας τους ανθρώπινους μηχανισμούς να λειτουργήσουν πιο ατμοσφαιρικά, ώστε η καλή αφήγηση να κερδίσει έδαφος και οι ευγενικές ματιές του στην αγάπη και την εκτίμηση να πιάσουν τόπο. Δυο ηλικιωμένοι άνθρωποι συνδέονται, εντελώς αντίθετοι μεταξύ τους, όπου και οι δυο θέλουν να ρουφήξουν την ζωή μέχρι την τελευταία της σταγόνα. Ο Ντέιβιντ Λόουερι δεν αδιαφορεί για την δράση και την εντάσσει, ανάλογα με το ειδικό βάρος του παράνομου ήρωα της ιστορίας,  σε ένα αντιηρωικό, συμπαθητικό πλαίσιο στο πρόσωπο του οικογενειάρχη αστυνόμου Κέισι Άφλεκ, ο οποίος είναι νυμφευμένος με αφροαμερικανή, διάγοντας κι αυτός έναν αρμονικό, ισορροπημένο οικογενειακό βίο. Μια εντελώς διαφορετική ματιά από τις συνηθισμένες του είδους που θέλουν τους αστυνομικούς προβληματικούς, διαφθαρμένους και με διαλυμένη οικογενειακή κατάσταση. Μια ευχάριστη διαδρομή ανθρωπιάς και χιούμορ από δυο ηλικιωμένους νεανίες της 7ης Τέχνης.                          

«Περίπτωση Συνείδησης»

(No Date, No Signature)

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Ιράν (2017)
  • Σκηνοθεσία: Βαχίντ Τζαλιλβάντ
  • Με τους: Ναβίντ Μοχαμαντζάντεχ, Αμίρ Αγκάι, Χεντιγιέ Τεχρανί
  • Διάρκεια: 104’
  • Διανομή: Ama Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Καλύτερης Ανδρικής Ερμηνείας (Ναβίντ Μοχαμαντζάντεχ) στο τμήμα «Ορίζοντες» του Φεστιβάλ Βενετίας – Αργυρός Αλέξανδρος και βραβείο Fipresci στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Επιστήμη και μουσουλμανική μαντήλα, ηθική και Κοράνι, συνδυάζονται έντεχνα από την σκηνοθετική μπαγκέτα του 42χρονου, βραβευμένου Πέρση Βαχίντ Τζαλιλβάντ. Είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του (η πρώτη είναι «Wednesday, May 9», που δεν προβλήθηκε στην Ελλάδα), η οποία απέσπασε βραβεία και θετικά σχόλια. Σε ένα κράτος όπως είναι το Ιράν, που βασιλεύει η ισλαμική, αυστηρή θρησκευτικότητα, η μαντήλα στις γυναίκες και η σκιά του Κορανίου ως δαμόκλειος σπάθη στα ατοπήματα, ένας ιατρός αποστασιοποιείται από όλη αυτή την θρησκευτική χαρτογράφηση της ηθικής και θέτει εαυτόν στην προσωπική πλάστιγγα αυτογνωσίας και απόδοσης ευθυνών, έχοντας μπροστά του ως φανοστάτη την αρετή της αλήθειας και της δικαιοσύνης.  Εν πρώτοις φαντάζει κάπως απλοϊκό, αλλά δεν είναι έτσι, παρότι το σενάριο διαθέτει μικρά αγεφύρωτα χάσματα.

Ο Τζαλιλβάντ στην ταινία του σταθεροποιεί τα δυο φορτία, αυτό της ανθρωπιάς και αυτό της τυχαιότητας στο ακριβές σημείο, ώστε ο δείκτης να δείξει, πως δεν υπάρχει τυχαιότητα, αλλά πλημμελής έως αδιάφορη αντιμετώπιση πραγμάτων. Ο θάνατος ενός πάμφτωχου, ανήλικου παιδιού – πού ποιος θα δώσει σημασία στους αναλώσιμους ανθρώπους άνευ ελπίδας και ήλιου – στον οποίο θάνατο υπάρχει η μικρή ή η μεγαλύτερη πιθανότητα να ευθύνεται ο ιατρός, γίνεται η εσωτερική αρένα συνειδησιακών συγκρούσεων ανάμεσα στο να φανερωθεί η αλήθεια ή στο να συγκαλυφθεί δια παντός δίχως την παραμικρή συνέπεια. Βέβαια, πριν φτάσουμε στο φινάλε και στο δια ταύτα, οι οδοί που επιλέγει ο σκηνοθέτης να μας περάσει για να κατανοήσουμε το ζουμί της ιστορίας είναι το ίδιο το Ιράν σήμερα και οι άνθρωποι του. Το γνωστό, παγκόσμιο εικονίδιο εθνών με τους πληβείους και τους πατρικίους, τους μορφωμένους και τους αμόρφωτους, την κρατική εξουσία και την θρησκεία, την λαμογιά και αυθαιρεσία. Αυτό που παρατήρησα στην ταινία, είναι έντονο και προκάλεσε εντύπωση, έχει να κάνει, ότι οι απειλές ή οι αφορισμοί μεταξύ των πιστών ισλαμιστών Περσών  αφορούν όχι τον Αλλάχ ή τον Μωάμεθ, αλλά την ίδια την γραφή, το Κοράνι. Δηλαδή, παραδείγματος χάρη, λέει ο ένας στον άλλον: «Αυτό που έκανες είναι κακό και το Κοράνι τιμωρεί» ή «Δεν είναι έτσι όπως τα λες και το Κοράνι θα σε κάψει». Η θεία εντολή τιμωρεί τους πιστούς στο Ισλάμ, που έχει περαστεί στο ιερό βιβλίο και όχι η άφατη δύναμη ή οι απεσταλμένοι της. Το Κοράνι, ο λόγος, είναι η εξαγνιστική, αλλά και η τιμωρός οντότητα. Καταπληκτικό! Δεν υπάρχει καμία ευελιξία σκέψης πέρα από τα γραφόμενα του ιερού βιβλίου και νομίζω εκεί είναι και ο πυρήνας της ταινίας του Τζαλιλβάντ, που αναπτύσσει το σενάριο γραμμένο από τον ίδιο τον σκηνοθέτη. Η ανθρώπινη, αδογμάτιστη αρετή στον καθρέφτη της θρησκευτικής ηθικής, που τελικά συγκλίνουν. Καμιά θρησκεία παγκοσμίως δεν έχει αξιακό σύστημα προσαρμοσμένο στις αρετές, παρά μόνο άκαμπτη ηθική προερχόμενη εκ του Θείου. Μόνο, που ο ιατρός δεν είναι τόσο ενεργοποιημένος στα θρησκευτικά πράγματα, αλλά με την ένοχη συνείδηση πως μπορεί να είναι υπεύθυνος για τον θάνατο ενός μικρού, αθώου ανθρώπου το θέμα τσουλάει ως αδρανές υλικό στο δεύτερο, δηλαδή από την αρετή στην ηθική. Τέχνασμα για μας παγιδέψει ο σκηνοθέτης στην δογματική της θρησκείας;

Ευυπόληπτος ιατροδικαστής εμπλέκεται σε ένα τροχαίο, όπου τραυματίζεται ελαφρά ένα εννιάχρονο αγοράκι, που επέβαινε στο μηχανάκι μαζί με τον πατέρα του. Το αγόρι δείχνει να είναι καλά, αλλά ο ιατρός θέλει να το μεταφέρει στο νοσοκομείο για να γίνουν οι απαραίτητες εξετάσεις. Δεν επιθυμεί να εμπλακούν οι Αρχές γιατί η ασφάλεια του αυτοκινήτου έχει λήξει και φοβάται την σύλληψη. Ο πατέρας του πιτσιρικά πείθει τον τρομοκρατημένο ιατρό (δεν ήθελε και πολύ) πως είναι όλα καλά, ενώ ο ιατρός προτίθεται να πληρώσει αποζημίωση στον πατέρα του παιδιού. Το άλλο πρωί, βρίσκει στον θάλαμο του νεκροτομείου μαζί με άλλα πτώματα το νεκρό σώμα του αγοριού που έχει μεταφερθεί εκεί για αυτοψία. Η πρώτη γνωμάτευση, που την διεξήγαγε το δεξί χέρι του ιατροδικαστή, η επιμελής και καταφερτζού γιατρίνα Μπεχμπαχανί (Χεντιγιέ Τεχρανί – πολύ καλή) – ο ίδιος είναι πολύ ταραγμένος για να ασχοληθεί – δείχνει θάνατο από δηλητηρίαση χαλασμένου κρέατος, κοινώς τροφική αλλαντίαση, η οποία εάν δεν αντιμετωπιστεί άμεσα οδηγεί στον θάνατο. Ο πατέρας του μικρού που νομίζει ότι ο γιός του πέθανε εξ αιτίας του ατυχήματος, όταν πληροφορείται πως φταίει το δηλητηριασμένο κρέας που έφαγε σκοτώνει, κατά λάθος, εν βρασμό ψυχής τον προμηθευτή. Ο ιατρός βασανίζεται για το εάν έγινε σωστή και λεπτομερής ιατροδικαστική εξέταση στον άτυχο νεαρό. Η γιατρίνα τον καθησυχάζει πως όλα έγιναν κανονικότητα και τότε εκμυστηρεύεται στην συνάδελφό του τι έχει συμβεί και πως ενδέχεται ο θάνατος του μικρού να προήλθε από το ατύχημα.

Εάν δεν ήταν ο πατέρας του άτυχου πιτσιρικά (Ναβίντ Μοχαμαντζάντεχ – βραβείο καλύτερης Ερμηνείας), αυτός ο φτωχοδιάβολος που παράτησε την οικογένεια του και η ενασχόληση του είναι οι μικροαπατεωνιές για να τα φέρει βόλτα, θα έλεγα, πως ο Τζαλιλβάντ μας δουλεύει ψιλό γαζί και σε λίγο θα διαβάζουμε στίχους από το Κοράνι. Αλλά αυτός ο απόκληρος, σχεδόν άπιστος, είναι ο καταλύτης της ιστορίας. Διάολε, είναι ευγενικός συναισθηματικός, το βλέπουμε όταν ο φοβισμένος ιατρός του προσφέρει ελεύθερα χρήματα για να καλύψει την ζημιά στο μηχανάκι και ο αυτός ο απόκληρος αντί να βουτήξει όσα τραβάει η ψυχή του, παίρνει μόνο όσα χρειάζεται ή όταν ξεσπάει μόνος του σε θρήνους για την απώλεια του παιδιού του. Έπειτα λέει αλήθειες και δεν αποποιείται, δεν το παίζει τρελός για τον εξ αμελείας φόνο  –  πάνω στην οργή του – του καθάρματος που τροφοδοτούσε τον κόσμο με σάπιο, μολυσμένο κρέας. Ο ιατρός τον ακολουθεί κατά πόδας, βλέποντας τις αντιδράσεις του. Έπειτα είναι η θρήσκα γιατρίνα, που προσπαθεί να πείσει τον ιατρό να μην προβεί σε εκταφή και δεύτερη ιατροδικαστική εξέταση του μικρού, αφού όλο το γεγονός επιστημονικά και νομικά έχει κλείσει.

Έχοντας ως σημαία το απόσπασμα από βιβλίο του νεοφιλόσοφου, Ελβετού συγγραφέα Ρολφ Ντοπέλι: «Αυτοί που είναι τολμηροί και γενναίοι σκοτώθηκαν πριν να μεταφέρουν το γονίδιό τους στις επόμενες γενιές. Οι άλλοι, δηλαδή οι δειλοί και οι ευσεβείς, επέζησαν. Είμαστε οι απόγονοί τους», ο Πέρσης σκηνοθέτης Βαχίντ Τζαλιλβάντ διεισδύει στις χαμένες ανθρώπινες αρετές με πυξίδα ό,τι έχει απομείνει από ανθρωπιά. Η σκηνοθετική άποψη έχει ροή και καλή αφήγηση, οικοδομώντας ένα βατό σενάριο δίχως διδακτισμό, μια, ας πούμε, old fashion ηθογραφία περί αλήθειας εκφραζόμενη ελεύθερα και άφοβα με όποιο κόστος.                                       

«Ανυπακοή»

(Disobedience)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Αγγλία, Ιρλανδία Η.Π.Α.(2018)
  • Σκηνοθεσία: Σεμπάστιαν Λέλιο
  • Με τους: Ρέιτσελ Βάις, Ρέιτσελ ΜακΑνταμς, Αλεσάντρο Νιβόλα
  • Διάρκεια: 114’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Οι ερωτικές, λεσβιακές  σκηνές ανάμεσα στην Ρέιτσελ ΜακΑνταμς και την Ρέιτσελ Βάις είναι το ιπτάμενο χαλί της ταινίας του Σεμπάστιαν Λέλιο («Γκλόρια», «Μια Φανταστική Γυναίκα»). Οι δε ερμηνείες των δυο Ρέιτσελ αλλά και του Νιβόλα είναι επίσης εξαιρετικές, εξέχουσα αυτή της ΜακΑνταμς, αλλά όλο αυτό φορμαρισμένο, τυπολατρικό της αγγλικής ιουδαϊκής κοινότητας, που το επαναλαμβάνει συνεχώς και ξανά, πιστέψτε με κουράζει αφάνταστα, αφοπλίζοντας τις όποιες προσπάθειες προσέγγισης του πραγματικού θέματος, που είναι η αναθέρμανση του αιρετικού, λεσβιακού έρωτα σε μια αποπνικτική, θρησκευτική ατμόσφαιρα. Πνιγμένοι άπαντες στο «φρουμ» (στα γίντις σημαίνει «ευσεβής» και είναι ο κώδικας των ορθόδοξων Ιουδαίων, βάσει της Τορά), ο Λέλιο προσπαθεί να κρατήσει ζωντανό το ενδιαφέρον του θεατή, αλλά του ξεφεύγει το τιμόνι σε αρκετά σημεία.  Η ταινία είναι βασισμένη στο βραβευμένο ομότιτλο βιβλίο της Ναόμι Άλντερμαν με την μεταφορά του σεναρίου από τον σκηνοθέτη και την Ρεμπέκα Λένκιεβιτς. Από την τρανσέξουαλ «Μια Φανταστική Γυναίκα», που χάρισε στον 44χρονο Χιλιανό σκηνοθέτη το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας πέρσι, μεταπηδήσαμε στους απαγορευτικούς και αφορισμένους, από την ιουδαϊκή κοινωνία,  λεσβιακούς έρωτες. Είπαμε, οι ερμηνείες και οι ερωτικές σκηνές είναι τα ατού της ταινίας. Τελεία και παύλα.

Η εξοστρακισμένη Ρονίτ (Ρέιτσελ Βάιζ – πολύ καλή) που ζει τα τελευταία χρόνια στη Νέα Υόρκη είναι επιτυχημένη φωτογράφος και συνάμα μια δυναμική γυναίκα. Επιστρέφει στην γενέτειρά της, στην κοινότητα των Ορθόδοξων Ιουδαίων του βόρειου Λονδίνου για να παραστεί στην κηδεία του ραβίνου πατέρα της, που ήταν και ο πνευματικός δάσκαλος των ομόθρησκων κατοίκων. Ο πρώτος που υποδέχεται όχι χλιαρά, αλλά ευγενικά πάνψυχρα την Ρονίτ είναι ο παιδικός της φίλος Ντόβιτ (Αλεσάντρο Νιβόλα- επίσης πολύ καλός), ο οποίος ετοιμάζεται να παραλάβει τον πνευματικό θώκο του εκλιπόντος δασκάλου και να χρηστεί ως ο νέος ραβίνος της ιουδαϊκής κοινότητας. Κανείς δεν ευχαριστιέται με την επιστροφή της Ρονίτ, παρά μόνο η Έστι (Ρέιτσελ ΜακΑνταμς – εξαιρετική), επίσης παιδική φίλη, αλλά και τρανός, καταπιεσμένος έρωτας της Ρονίτ. Άλλωστε για αυτόν τον λόγο εξορίστηκε στην Νέα Υόρκη και ο πατέρας της ούτε κάρτα δεν της έστελνε. Η Έστι, η οποία αγαπάει σφόδρα την φίλη της, είναι παντρεμένη με τον διάδοχο του ραβίνου, τον Ντόβιτ και αυτό δυσκολεύει τα πράγματα, όσο η Ρονίτ βρίσκεται ως παρίας στους ευσεβείς κόλπους των Ιουδαίων.

«Venom»

 

  • Είδος: Περιπέτεια, δράση – Comic Marvel
  • Παραγωγή: Η.Π.Α (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ρούμπεν Φλάισερ
  • Με τους: Τομ Χάρντι, Μισέλ Γουίλιαμς, Ριζ Αχμέντ, Σκοτ Χέιζ
  • Διάρκεια: 112’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

   

Και πάνω που έλεγα πριν μερικούς μήνες, πως ένας από τους ελάχιστους καλούς ηθοποιούς, ο οποίος αντιστέκεται στο μάρβελ-μπόλι είναι ο Τομ Χάρντι, να και ο Venom της Μάρβελ με τον Τομ Χάρντι. Σκεφτόμουν, επίσης, πως ο Τομ υποκριτικά θα το πάρει το θέμα σαν κυριακάτικη βόλτα στο πάρκο με λιακάδα και θα σκίσει μόνο με το κλείσιμο του ματιού. Επίσης, ο Venom, αυτή εξωγήινη συμβιωτική, ζελέ, μορφή ζωής που χρειάζεται ανθρώπινο ξενιστή για να εκδηλωθεί και για να χορτάσει την πείνα του αναζητά ζωντανή, ανθρώπινη σάρκα είναι από τις πιο dark φιγούρες της Μάρβελ, καθώς η κατάληψη του σε ανθρώπινα σώματα βγάζει μόνο τα δαιμονικά ένστικτα και ο πρώτος που τον έχει φιλοξενήσει είναι ο Σπάιντερμαν. Σε όλα, τελικά, έπεσα εκτός. Ο Τομ Χάρντι υποδέχεται στο σώμα του τον Venom, δεν το πάει υποκριτικά το θέμα κυριακάτικη βόλτα στο πάρκο με λιακάδα και η σκοταδίλα της εξωγήινης, κανιβαλοφάτσας είναι πιο καρτούν και ήπια από τον Taz. Αποτυχία μέγιστη και ο Χάρντι μπλεγμένος σε κάτι που μάλλον το έκανε για τα φράγκα δεν του βγαίνει το κόμικ πάντρεμα ντόκτορ Τζέκιλ μίστερ Χάιντ και σαν πρωτόβγαλτο και φοβισμένο κουτοπουλάκι δεν μπορεί ούτε τις νερόβραστες χιουμοριστικές ατάκες να στηρίξει. Οι διπλανοί ρόλοι ανύπαρκτοι, τα ψηφιακά εφέ και οι συμπλοκές φέρνουν σε Τρανσφόρμερς και Πάουερ Ρέιντζερς. Καμιά πρωτοτυπία, απουσία έμπνευσης και φυσικά σεναρίου. Ουκ έστι δόξα!!!

Ο ελευθερατζής ρεπόρτερ Έντι Μπρόκ (Τομ Χάρντι), που ξεμπροστιάζει πλούσιους απατεώνες, προσπαθεί πεισματικά να καταστρέψει τον διαβόητο ιδρυτή του «Life Foundation», τον ιδιοφυή και πάμπλουτο Κάρλτον Ντρέικ. Αυτή η εμμονή του καταλήγει στο να τον διώξουν από την δουλειά του και να τον χωρίσει η δικηγόρος, σύντροφος του Αν (Μισέλ Γουίλιαμς) γιατί υπέκλεψε ένα σημαντικό δικόγραφο από τον υπολογιστή της. Καθώς ερευνά ένα από τα πειράματα του Ντρέικ στο φουτουριστικό κέντρο ερευνών με την βοήθεια μιας βιολόγου, ο εξωγήινος συμβιωτής Venom εισχωρεί στο σώμα του Έντι και έτσι αποκτά υπερδυνάμεις, καθώς και την ευκαιρία να κάνει ό,τι θέλει. Απρόβλεπτος και οργισμένος, ο Venom αφήνει τον Έντι να παλεύει με τις ανεξέλεγκτες ικανότητες του, τις οποίες βρίσκει συναρπαστικές. Όσο ο Έντι και ο Venom έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον για να αποκτήσουν αυτό που θέλουν, έρχονται πιο κοντά, καθορίζοντας τα όρια της δύσκολης συνύπαρξης, φυσικά, στο σώμα του Έντι.         

Προβάλλονται επίσης:

  • Η ταινία: «Climax» του Γκασπάρ Νοέ (Weird Wave),
  • το αστυνομικό θρίλερ: «Ο Εξαφανισμένος Φάκελος» του Ερίκ Ζονκά (Filmtrade)
  • και το animation «Το Απίθανο Κοάλα» – μεταγλωττισμένο του Ντιν Τέιλορ (Feelgood Entertainment).