«Αρετή: Το Αξιακό Σύστημα των Αρχαίων Ελλήνων» (Μέρος Πρώτο), γράφει ο Μιχάλης Μπάτης

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

  1. Γενική θεώρηση του Αξιακού συστήματος των Αρχαίων Ελλήνων

Η ελληνική Αρχαιότητα είναι το θεμέλιο του πολιτισμού της Ευρώπης. Αυτή θεμελίωσε τον ορθολογισμό, τη φιλοσοφία, τις τέχνες και τις επιστήμες. Όταν μελετά κανείς τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, διαπιστώνει πόσα πολλά οφείλει στην ελληνική Αρχαιότητα. Η ελληνική αρχαιότητα δεν είναι απλώς ο θεμελιωτής όλων αυτών των κατορθωμάτων, αλλά είναι συγχρόνως και ο μόνιμος συνομιλητής του νεότερου και σύγχρονου κόσμου και πολιτισμού. Μέσα από αυτόν τον συνεχή και γόνιμο διάλογο προκύπτουν πάντοτε καινούργια στοιχεία και έτσι η πολιτισμική δημιουργία (φιλοσοφική, καλλιτεχνική, επιστημονική) συνεχίζεται στο διηνεκές.

Να τονιστεί, δεόντως, ότι η γνώση της ελληνικής Αρχαιότητας δεν μας είναι απαραίτητη για να γνωρίσουμε απλώς και μόνον τις ρίζες του πολιτισμού μας, αλλά και για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε σε βάθος τη σύγχρονη καλλιτεχνική, επιστημονική και φιλοσοφική δημιουργία, διότι η πρόσληψη της αρχαίας ελληνικής κουλτούρας και η αντιπαράθεσή μας με αυτήν άσκησε αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και διαμόρφωση της σύγχρονης πολιτισμικής δημιουργίας.

Η σχέση του σύγχρονου κόσμου με την αρχαία Ελλάδα άλλοτε είναι προφανής και άλλοτε συγκαλυμμένη. Όπως και να έχει το πράγμα, η διαπίστωση αυτής της σχέσης προϋποθέτει τη γνώση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Πάντως η παρουσία των αρχαίων Ελλήνων στον σύγχρονο κόσμο δεν είναι οπωσδήποτε παρουσία φαντασμάτων. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν «κυκλοφορούν» ανάμεσά μας ίδιοι και απαράλλαχτοι. Ανάμεσά μας κυκλοφορούν κάποιες ιδέες και κάποιες αξίες δικές τους, οι οποίες με το πέρασμα του χρόνου συχνά παίρνουν μια άλλη, μια καινούργια μορφή, η οποία πολλές φορές δεν μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε την καταγωγή τους.

Είναι, νομίζω, αυτονόητο ότι οι ελληνικές ιδέες και αξίες μόνον ως αρχέτυπα και παραδείγματα μπορούν να λειτουργήσουν εποικοδομητικά και γονιμοποιητικά για τις μεταγενέστερες κοινωνίες, αφού φυσικά προηγουμένως προσαρμοστούν στις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας. Τότε μπορούν να λειτουργήσουν ως χρήσιμα ερεθίσματα και πηγή έμπνευσης, ως δεξαμενή ιδεών.

 

 

Ας έρθουμε τώρα σε τρία μεγάλα κατορθώματα του ελληνικού αξιακού πολιτισμού. Αυτά θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι:.

  • ο ορθολογικός τρόπος προσέγγισης και ερμηνείας του κόσμου και της ζωής,
  • η επινόηση και θεσμοθέτηση της δημοκρατίας και
  • η θεμελίωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το πρώτο πραγματοποιήθηκε με τον φιλοσοφικό-επιστημονικό στοχασμό των πρώτων Ελλήνων φιλοσόφων, των Προσωκρατικών. Με αυτούς συντελέστηκε η μετάβαση από τον μύθο στον λόγο.

Το δεύτερο κατόρθωμα, η δημοκρατία γεννιέται με την εμφάνιση της περίφημης πόλεως-πολιτείας και συνάπτεται στενά με τη θεμελίωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο κοινωνικοπολιτικός οργανισμός της πόλεως – πολιτείας γίνεται ο τόπος πραγμάτωσης των ηθικών, πολιτικών και πνευματικών αξιών (ελευθερία, ισότητα, φιλία, δικαιοσύνη, ανδρεία, σωφροσύνη, σοφία, φρόνηση). Είναι ο τόπος πραγμάτωσης του ανθρώπου ως ανθρώπου.

Ισάια Μπέρλιν

Το αρχαίο Ελληνικό αριστοκρατικό ή βασιλικό πολίτευμα καθώς δε πολύ περισσότερο το δημοκρατικό,  έχουν  έντονα ηθικό χαρακτήρα, αφού το έσχατο κοινό αγαθό, στο οποίο αποβλέπει, δηλαδή η ευδαιμονία όλων των πολιτών, θεμελιώνεται στην αρετή. Αντίθετα «οι νεότερες και σύγχρονες βασιλευόμενες ή προεδευόμενες δημοκρατίες αποτελούν βασικά τεχνοκρατικούς μηχανισμούς εξουσίας, είναι συστήματα θεσμών με σκοπό τη λήψη πολιτικών αποφάσεων μέσα από ανταγωνιστικές διαδικασίες, που αποβλέπουν στην εξασφάλιση ευημερίας βάσει οικονομικών κυρίως αγαθών». Όμως μια τέτοια τεχνοκρατική και δήθεν ρεαλιστική αντίληψη της πολιτικής απέχει πολύ από τις αρχαιοελληνικές πολιτικές και φιλοσοφικές αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες η πολιτεία είναι ένας κοινωνικοπολιτικός οργανισμός με ηθικοπαιδευτικό χαρακτήρα. Τέτοιες τεχνοκρατικές αντιλήψεις οδηγούν αναπότρεπτα σε επικίνδυνη συρρίκνωση και έκπτωση της δημοκρατίας και της πολιτικής. Σύμφωνα με τις νεότερες αυτές αντιλήψεις περί δημοκρατίας τη θέση της Εκκλησίας του δήμου, του συνόλου δηλαδή των πολιτών που εκφράζουν και συνιστούν τη βούληση της πολιτείας, την παίρνει στον νεότερο και σύγχρονο κόσμο μια πολύπλοκη, απρόσωπη και γραφειοκρατική μηχανή που λέγεται κράτος και στέκεται απέναντι στον πολίτη, απέναντι στον λαό. Έχουμε δηλαδή μια σχέση αντιπαλότητας ανάμεσα στον λαό αφενός και στην κρατική εξουσία αφετέρου, όσο και αν η τελευταία προέρχεται από τον λαό και υπάρχει, υποτίθεται, χάριν του λαού. Σε μια τέτοια δημοκρατία δεν έχουν θέση ιδανικοί στόχοι και ιδανικά αγαθά, ούτε αντιλήψεις περί ευρείας συμμετοχής των πολιτών στην εξουσία, υποστηρίζουν ορισμένοι, όπως π.χ. ο Isaiah Berlin Ισάια Μπέρλιν). Σύμφωνα με τις ακραίες αυτές αντιλήψεις η ελευθερία και η ισότητα, που υπήρξαν αναπόσπαστα συστατικά στοιχεία της έννοιας της δημοκρατίας για τους Έλληνες, δεν αποτελούν πλέον ιδανικά της. Όσον αφορά το τρίτο μεγάλο κατόρθωμα των Ελλήνων, το ζήτημα δηλαδή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υποστηρίζεται συχνά ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη τέτοιων δικαιωμάτων στην αρχαία Ελλάδα. Πιθανώς δεν έχουν διαβάσει Σόλωνα, Κλεισθένη, Λυκούργο Επμενίδη .

Πριν μιλήσουμε όμως για τις αιτίες αυτής της πλάνης, πρέπει να πούμε τι είναι ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία βεβαίως συνδέονται άρρηκτα με τη δημοκρατία. Ανθρώπινα δικαιώματα καθιερώθηκε να λέγονται τα δικαιώματα εκείνα τα οποία δικαιούται να έχει κάθε άνθρωπος με βάση και μόνον το γεγονός ότι είναι άνθρωπος, ανεξάρτητα δηλαδή από οποιεσδήποτε ιδιαιτερότητες, που ανάγονται σε φυλετικές, πολιτικές, κοινωνικές, θρησκευτικές, ιδεολογικές, μορφωτικές και όποιες άλλες διαφορές. Η αναγνώριση αυτών των δικαιωμάτων προϋποθέτει την αναγνώριση και τον σεβασμό του ανθρώπου, του κάθε ανθρώπου, ως αυταξίας και κατά συνέπεια την αποδοχή της ισότητας όλων των ανθρώπων ως ανθρώπων.

Τα βασικότερα από αυτά τα δικαιώματα είναι: το δικαίωμα της ζωής, της ελευθερίας, της ασφάλειας, της αναγνώρισης κάθε ανθρώπου ως προσώπου, της τήρησης όλων των προϋποθέσεων απονομής αληθινής δικαιοσύνης, το δικαίωμα του κατηγορουμένου να θεωρείται αθώος μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου, το δικαίωμα του άσυλου της κατοικίας και της ιδιωτικής γενικότερα ζωής, το δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης και διαμονής, το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, το δικαίωμα της ελεύθερης γνώμης και έκφρασης, το δικαίωμα της ελευθερίας του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι, το δικαίωμα να μην υπόκειται ο άνθρωπος σε βασανιστήρια και κάθε άλλη ταπεινωτική μεταχείριση ή ποινή.

Σχετικά με το ερώτημα αν μπορούμε να μιλάμε για ανθρώπινα δικαιώματα στην αρχαία Ελλάδα οι περισσότεροι απαντούν αρνητικά και υποστηρίζουν ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι απότοκα της ηθικοπολιτικής κατάστασης των νεότερων χρόνων. Έτσι πολλοί υποστηρίζουν ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανθρώπινα δικαιώματα στην αρχαία Ελλάδα, επειδή η αξία και η σημασία της ελληνικής πόλεως-πολιτείας, που είναι ο φορέας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είναι πολύ υπέρτερες από εκείνες του ατόμου. Και αυτό είναι κατά τη γνώμη τους απαγορευτικό για την ύπαρξη ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όμως το επιχείρημα δεν είναι ισχυρό, διότι σε τελευταία ανάλυση, παρότι η πόλις-πολιτεία αποτελεί μεγαλύτερο αγαθό από εκείνο του ατόμου, υπάρχει τελικά χάριν της ευδαιμονίας όλων των πολιτών, άρα και του κάθε ατόμου χωριστά.

Η ύπαρξη ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ισχυρίζονται, προϋποθέτει την αναγνώριση και τον σεβασμό του ανθρώπου, ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε ποιότητες και ιδιαιτερότητες και πέρα και ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε πολιτικές και κοινωνικές διακρίσεις, ενώ οι αρχαίοι Έλληνες, υποστηρίζουν, συνάπτουν και άρα διαφοροποιούν τα δικαιώματα των πολιτών ανάλογα με την κοινωνική τους θέση. Πιθανός προσπαθούν με τα μάτια του σήμερα να δουν και να  κατανοήσουν τα πολιτικο-κοινωνικές καταστάσεις που επικρατούσαν πριν από 3000 χρόνια.

Είναι γεγονός ότι ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης συνδέουν τα δικαιώματα με τα φυσικά και επίκτητα προσόντα των ανθρώπων. Η φύση απαιτεί, λέγει ο Αριστοτέλης, μόνον οι φύσει ίσοι να έχουν τα ίδια δικαιώματα. Πρέπει όμως εδώ να διευκρινισθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται βασικά για ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά για πολιτικά δικαιώματα, όσο και αν εδώ τα πολιτικά δικαιώματα συνάπτονται με μια φυσική επιταγή.

Μια άλλη αιτία, ίσως η βασικότερη, της πλάνης ότι στην αρχαία Ελλάδα δεν ισχύουν ανθρώπινα δικαιώματα είναι το γεγονός ότι στην αρχαία Ελλάδα έχουμε το φαινόμενο της δουλείας. Δουλεία υπήρχε βεβαίως στην αρχαία Ελλάδα, καθώς επίσης και σε ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο, και όχι μόνον. Και όλοι οι ελεύθεροι άνθρωποι καταδικάζουμε τη δουλεία. Δημοκρατία όμως υπήρχε μόνον στην αρχαία Ελλάδα. Εκεί γεννήθηκε η δημοκρατία, το μεγάλο αυτό αγαθό και δώρο των Ελλήνων στην ανθρωπότητα. Όμως και οι δούλοι θεωρούνται ανθρώπινα όντα και αναγνωρίζονται και σε αυτούς ορισμένα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτά βασικά είναι το δικαίωμα της ζωής, το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, το άσυλο της κατοικίας, η απαγόρευση του φόνου και των βασανιστηρίων και το τεκμήριο της αθωότητας.

Αντίθετα όμως προς αυτούς οι οποίοι υποστηρίζουν ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανθρώπινα δικαιώματα στην αρχαία Ελλάδα, υπάρχουν και εκείνοι, είναι βεβαίως πολύ λιγότεροι, οι οποίοι υποστηρίζουν το αντίθετο. Αυτοί υποστηρίζουν ότι το πολίτευμα της άμεσης δημοκρατίας, και κατεξοχήν της Αθηναϊκής δημοκρατίας, συνάπτεται αυτομάτως με ορισμένα, βασικά κατά τη γνώμη τους, ανθρώπινα δικαιώματα, όπως είναι η ελευθερία, η ισότητα, η ισηγορία, η ισονομία. Και επικαλούνται μάλιστα στο σημείο αυτό διάφορες αναφορές του Αριστοτέλη σε πολιτικά-ατομικά δικαιώματα, τα οποία απολαμβάνουν όλοι οι πολίτες της Αθηναϊκής δημοκρατίας. Όμως εδώ γίνεται ένα σοβαρό λάθος. Εκλαμβάνονται δηλαδή τα πολιτικά δικαιώματα μιας συγκεκριμένης κατηγορίας ανθρώπων, δηλαδή των πολιτών, ως ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτό όμως δεν αληθεύει, διότι η έννοια του μέλους μιας πολιτικής κοινωνίας, δηλαδή του πολίτη, προφανώς δεν ταυτίζεται με την έννοια του ανθρώπου, αφού πάρα πολλοί άνθρωποι, όπως οι μέτοικοι, οι δούλοι, τα παιδιά δεν είχαν τα δικαιώματα των πολιτών.

Μετά από όσα ελέχθησαν είναι προφανές αφενός ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν πρέπει να συγχέονται με τα πολιτικά, και αφετέρου ότι οπωσδήποτε είναι δυνατόν να γίνεται λόγος για ανθρώπινα δικαιώματα στην αρχαία Ελλάδα, και ιδιαίτερα στην Αθηναϊκή δημοκρατία. Αναμφίβολα στην αρχαία Ελλάδα προστατεύονται κυρίως τα δικαιώματα των πολιτών

 Όμως, οι ιδέες του αρχαίου κόσμου δεν περιορίζονται στον τομέα της πολιτικής διακυβέρνησης. Αντιθέτως, φιλόσοφοι τόνισαν πόσο σημαντική είναι η διατήρηση του μέτρου στη ζωή, στηλιτεύοντας τα άκρα και τις υπερβολές. Σε κάθε πλευρά της ζωής, το μέτρο είναι επιθυμητό κι εξασφαλίζει μια αρμονική ζωή στους πολίτες. Αν ξεπεραστεί το μέτρο, οι συνέπειες μπορεί να αποβούν ολέθριες, διαταράσσοντας τις ισορροπίες.

Οι έννοιες της ύβρεως και της νεμέσεως είναι επίσης σημαντικές, καθώς αποτυπώνουν πολύ εύγλωττα την κοσμοθεωρία των Ελλήνων του παρελθόντος. Όταν κάποιος διαπράξει ύβριν (δηλαδή, όταν συμπεριφερθεί με βιαιότητα και αλαζονεία, ενάντια στους άγραφους θεϊκούς νόμους), νομοτελειακά θα τιμωρηθεί γι’ αυτό. Η θεότητα Νέμεσις θα φροντίσει να αποκατασταθεί η δικαιοσύνη, κατατροπώνοντας τον αλαζονικό χαρακτήρα και δείχνοντάς του πού έσφαλε.

Ανάμεσα στις κυριότερες συνεισφορές της αρχαίας Ελλάδας στο παγκόσμιο γίγνεσθαι υπήρξε και η σάτιρα. Σημαντικοί κωμικοί, όπως ο Αριστοφάνης, έχουν δημιουργήσει εξαιρετικά έργα, που σώζονται μέχρι και σήμερα. Αλλά και σπουδαίες τραγωδίες έχουν επηρεάσει τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο. Ποιος δεν έχει ταυτιστεί με το δίλημμα της Αντιγόνης, να παραβεί τους νόμους που επέβαλε η οικογένειά της ή να τιμήσει το θεϊκό καθήκον της προς τον άταφο αδερφό της;

Συνεπώς η αρχαία Ελλάδα αποτελεί πηγή έμπνευσης για όλους μας. Ιδιαίτερα για εμάς τους Έλληνες,  οι διαχρονικές αξίες των ιδεών τους, που καλλιεργήθηκαν ανά τους αιώνες, αποτελούν έναν φάρο, έναν γνώμονα κι ένα μέτρο σύγκρισης, που μας καλούν πάντοτε να προσπαθούμε να φανούμε αντάξιοι των προγόνων μας…

Ύβρις
Νέμεσις
  1. Ειδικώτερα περί της Αρετής του αξιακού συστήματος των αρχαίων Ελλήνων

Ο άνθρωπος, συλλογικά ή προσωπικά, έχει τη δυνατότητα να εξελίσσεται ηθικά, κατακτώντας ολοένα και περισσότερο το βαθύτερο νόημα του ηθικού βίου. Για να διατηρήσει όμως τα όποια κεκτημένα ο αγώνας του, πρέπει είτε να επαναλαμβάνεται εξαρχής από την κάθε γενεά (σε επίπεδο συλλογικότητος), είτε να συνεχίζεται ακατάπαυστα (σε επίπεδο προσωπικό). Αυτό κάνει στα μάτια των αμύητων στην Ηθική Φιλοσοφία, να φαίνεται ότι ο αγώνας για την Αρετή είναι μάταιος, ιδίως όταν τον κρίνουν στατιστικά, με τα δεδομένα της πλειοψηφίας, δηλαδή της μεγάλης ανώνυμης μάζας, που με εξαίρεση κάποια ιστορικά παραδείγματα καλής προαιρέσεως των θεσμών, έχει πλήρη άγνοια περί της Αρετής ή ακόμη και απέχθεια προς αυτήν. Εξ αυτού του ίδιου του ορισμού της Αρετής, ο άνθρωπος συγγενεύει με τους Θεούς, μόνον μέσω αυτής και μπορεί να ομοιάσει προς αυτούς τελειοποιώντας το υψηλότερο τμήμα του εαυτού του.

 Όχι τόσο επειδή πληθαίνουν τα δυσάρεστα που ταλαιπωρούν την υφήλιο, όσο γιατί είναι άστατη, εφήμερη και επαφίεται στη διάθεση ή την κρίση του καθενός να εκτιμήσει το χαμόγελο και τα δώρα της, που ποικίλλουν κατά περίπτωση. Όλοι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, από τον Θαλή τον Μιλήσιο και μετά, συμφωνούσαν ότι τελικός στόχος του ανθρώπου είναι η ευδαιμονία και ότι αυτό που αναζητούν οι άνθρωποι σε κάθε τους πράξη είναι η ευτυχισμένη ζωή. Είναι τόσο απλό, που δεν χρειάζονται καν λέξεις για να περιγραφεί και κάθε ευχή αντί για τα άχρηστα «χρόνια πολλά με υγεία» και τις λοιπές ανοησίες των εγωιστικών meme του σημερινού πολιτισμού μας πρέπει να αντικατασταθούν με «Χρόονια καλλά, Ευδαιμονία, Σέβας και Καλοπροαίρεση»

Ας δούμε λοιπόν εν συντομία τι έλεγαν οι αρχαίοι μας φιλόσοφοι περί αρετής και ευδαιμονίας πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια, πράγμα πολύ δύσκολο γιατί θα πρέπει να κατανοήσουμε με τα μάτια του σήμερα το χθες που απέχει τρεις χιλιάδες χρόνια… Αποτέλεσμα;  Πιθανώς να επιτύχουμε μία ελάχιστη προσέγγιση Από ολότελα  καλή και η Παναγιώταινα  όπως αναφέρει και η λαϊκή ρήση.

Σωκράτης

Ο Σωκράτης εισήγαγε την θεωρία της γνώσης, βασισμένη πάνω στις ηθικές έννοιες και όχι στις υλικές αρχές, πίστευε ότι «η αρετή είναι ευδαιμονία». Πίστευε δε ότι η αυτογνωσία ήταν επαρκής για να ζήσει κανείς μια καλή ζωή. Ταύτιζε τη γνώση με την αρετή. Οι άνθρωποι είναι δυνατόν να φτάσουν στην απόλυτη γνώση έλεγε, αρκεί να ακολουθήσουν τη σωστή μέθοδο.

Η γνώση δεν είναι δεδομένη και ανώδυνη, παρομοιάζεται μάλιστα με τις ωδίνες του τοκετού. Αν μπορούμε να «μάθουμε τη γνώση», τότε μπορούμε να διδαχθούμε και την αρετή. Ο τρόπος που ζούσε συνίστατο στην εξέταση της ζωής των ανθρώπων, τη δική του και των άλλων, επειδή «Ο δὲ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ» (η ζωή που δεν εξετάζεται δεν αρμόζει σε άνθρωπο).

Ο καθείς να αναζητά τη γνώση και τη σοφία πριν από τα άλλα ιδιωτικά του συμφέροντα. Η γνώση αναζητείται ως μέσο για την ηθική δράση. Η λογική αποτελεί προϋπόθεση για να ζήσει κανείς μια καλή ζωή, κατά τον Σωκράτη.  Η αληθινή μας ευτυχία εξαρτάται από το αν κάνουμε αυτό που είναι σωστό. Δεν μπορείς να είσαι ευτυχισμένος αν δρας αντίθετα με όσα πιστεύεις.

Η ηθική του Σωκράτη έχει έναν τελολογικό χαρακτήρα – η μηχανιστική εξήγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι λανθασμένη. Η ανθρώπινη δράση στοχεύει στο καλό και υπάρχει σκοπός στη φύση. Πίστευε δε, ότι όταν οι άνθρωποι λειτουργούν ανήθικα δεν το κάνουν σκόπιμα, το οποίο είναι γνωστό και ως το Σωκρατικό Παράδοξο. Έλεγε ότι αν κάποιος ξέρει ποιο είναι το σωστό, τότε θα πράξει αναλόγως. Αλλιώς απλώς δεν ξέρει ποιο είναι το σωστό. Αν κάποιος δεν λειτουργεί με τρόπο καλό, τότε μάλλον κάνει λάθος, του λείπει η γνώση για το πώς θα φερθεί σωστά στην όποια περίσταση. Οπότε για τον Σωκράτη, η γνώση σημαίνει αρετή και είναι «καλή», ενώ η άγνοια είναι «κακή», άχρηστη. Είναι λοιπόν σαν να είμαστε υπεύθυνοι για το τι γνωρίζουμε και τι όχι, επομένως είμαστε και υπεύθυνοι για την προσωπική μας ευτυχία. Ο Αριστοτέλης βέβαια διαφωνούσε, έλεγε ότι κάποιος μπορεί να γνωρίζει ποιο είναι το καλύτερο που έχει να κάνει, αλλά και πάλι να δράσει λανθασμένα.

 

 

Αντίθετα, οι σοφιστές δίδασκαν ότι η αρετή είναι μια τέχνη που διδάσκεται και αφορά την προσωπική επιτυχία στην ζωή, χωρίς να υπόκεινται σε απόλυτες ηθικές αρχές και αξίες, αφού απόλυτη γνώση δεν υπάρχει. Η βασική συμβολή των Σοφιστών είναι στον τομέα της γλωσσικής εκπαίδευσης και της θεωρητικής θεμελίωσης της τέχνης της ρητορικής. Ο λόγος είναι ότι, οι Σοφιστές έχουν επαγγελματική υποχρέωση απέναντι στους μαθητές τους, να τους προετοιμάσουν ώστε να αποκτήσουν τις ικανότητες εκείνες, που θα είναι χρήσιμες για τις πολιτικές και νομικές δραστηριότητες της πόλης. Η ρητορική λοιπόν είναι «η πιο αναγκαία μορφή γνώσης για να δράσει κάποιος στα πλαίσια της πόλης». Έτσι λοιπόν οι Σοφιστές επιδίδονται στην καλλιέργεια του λόγου και την ανάπτυξη της ρητορικής δεινότητας.

Ρητορία των Σοφιστών
Πλάτων

Ο Πλάτων, αναφέρει ότι η ευδαιμονία μπορεί να επιτευχθεί με την γνώση του κόσμου των ιδεών, οι οποίες αποτελούν τα τέλεια πρότυπα, όχι μόνο των ηθικών εννοιών, όπως υποστήριζε ο Σωκράτης, αλλά και των γνωστικών εννοιών, καθώς και όλων των πραγμάτων που αποτελούν τον ορατό κόσμο και που δεν είναι παρά «είδωλα» ή «μιμήματα» των Ιδεών. Για να γνωρίσει ο άνθρωπος τον κόσμο των Ιδεών, θα πρέπει να χρησιμοποιήσει όχι τις αισθήσεις του, αλλά την διαύγεια του νου του, ο οποίος είναι μέρος της ψυχής του. Έτσι, προορισμός του ανθρώπου είναι από την μία η φυγή από τον υλικό κόσμο και από την άλλη η ομοίωσή του με το θείο, η οποία επιτυγχάνεται με τον αρμονικό συνδυασμό των τριών αρετών που αντιστοιχούν στα τρία μέρη της ψυχής, δηλαδή της «σοφίας», της «ανδρείας» και της «σωφροσύνης». Ο συνδυασμός των τριών αυτών αρετών γεννά την τέταρτη κύρια αρετή, «την δικαιοσύνη» γι’αυτό ο δίκαιος άνθρωπος είναι ο πλησιέστερος στον Θεό, άρα και ο πιο ευδαίμων.

 

Ο Αριστοτέλης αν και μαθητής του Πλάτωνος, αναφέρει ότι η θεωρία του ιδανικού κόσμου των Ιδεών ήταν τελείως φανταστική και ότι, αντίθετα, ο ορατός κόσμος είναι απόλυτα αληθινός. Αφού ταξινόμησε τις αρετές σε δύο μεγάλες κατηγορίες, «τις ηθικές» και «τις διανοητικές», κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ευδαιμονία μπορούσε να επιτευχθεί κατά πρώτο λόγο με την άσκηση των διανοητικών αρετών, και κατά δεύτερο λόγο με την άσκηση των ηθικών αρετών, διότι η διανοητική ενέργεια συνίσταται στην καθαρή σκέψη και στην ενατένιση της αλήθειας και του ύψιστου αγαθού, του Θεού. Αυτά τα έλεγε στην μάζα – ιερείς, διδασκάλους κλπ- γιατί στους «κλειστούς κύκλους» των μαθητών του έλεγε τελείως διαφορετικά πράγματα, όπως και ο Πυθαγόρης άλλωστε.

Αριστοτέλης

Αλλά ας εξετάσουμε ποιο επισταμένα τι μας αναφέρει ο Αριστοτέλης στα Ηθικά Ευδήμεια.

«Πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει» (Σκοπός και τέλος ταυτίζονται με το βέλτιστο)

Επομένως, απαραίτητο είναι να αναρωτηθούμε, ποιος είναι ο σκοπός της ζωής, γιατί να επιλέξει κάποιος να ζει από το να μη ζει; Σήμερα, σύμφωνα με τον ηθικό, αλλά και τον νομικό δυτικό πολιτισμό η ανθρώπινη ζωή αποτελεί υπέρτατη αξία. Όμως στην  Αριστοτέλεια θεώρηση των πραγμάτων, το ερώτημα του γιατί να επιλέξει κάποιος να ζει ή το αντίθετο , δεν είναι  a priori τακτοποιημένο.

Στο έργο του  «’Ηθικά Ευδήμεια» θέτει το ερώτημα, θα προτιμούσε κάποιος να ζει μόνο για την τροφή, ή τις αφροδίσιες ηδονές, φέρει δε ως παράδειγμα ένα ιερό βόδι στην Αίγυπτο, το οποίο απολαμβάνει τιμές και σωματικές απολαύσεις ανώτερες και από μονάρχες, ή θα προτιμούσε κάποιος να ζει την ζωή ενός μωρού ή ενός φυτού. (ἂν εἷς προτιμήσειε τό ζῆν μή παντελῶς ὢν ἀνδράποδον). Τέτοια ζωή για την Αριστοτέλεια θεώρηση, αφορά δούλους και σαφώς σύμφωνα με αυτήν, κάποιος θα προτιμούσε να μην ζει, από το να ζει.

Επομένως για ποιο λόγο θα μπορούσε κάποιος να επιλέξει την ζωή. Στο πρώτο βιβλίο των «Ηθικών Ευδημείων» γράφει:  «…ἅπαντα τόν δυνάμενον ζῆν κατὰ τὴν αὑτοῦ προαίρεσιν θέσθαι τινὰ σκοπὸν τοῦ καλῶς ζῆν, ἤτοι τιμὴν ἢ δόξαν ἢ πλοῦτον ἢ παιδείαν, πρὸς ὃν ἀποβλέπων ποιήσεται πάσας τάς πράξεις (ὡς το γε  μὴ συντετάχθαι τὸν βίον πρός τι τέλος ἀφροσύνης πολλῆς σημεῖον ἐστίν)» (Άπαντες κατά την προαίρεσίν τους επιβάλλεται να θέσουν κάποιο σκοπό στην ζωή τους, όπως δόξα, πλούτο, ή παιδεία και να επιλέξουν  όλες τις απαραίτητες πράξεις για να το επιτύχουν .Το αντίθετο αποτελεί  σημείο , μεγάλης αμυαλιάς)

 Τι είναι αυτό που θα μας έκανε να επιλέξουμε να ζούμε, από το να μην ζούμε, ποιος άραγε θα είναι ο σκοπός ζωής, που θα θέσουμε, ώστε να αξίζει να ζούμε. Την απάντηση την δίνει ευθείς εξ αρχής ο Αριστοτέλης «Στα Ηθικά Ευδήμεια»: «ὁ μὲν ἐν Δήλῳ παρὰ τῷ θεῷ τὴν αὑτοῦ γνώμην ἀποφηνάμενος συνέγραψεν ἐπὶ τὸ προπύλαιον τοῦ Λητῴου, διελὼν οὐχ ὑπάρχοντα πάντα τῷ αὐτῷ, τό τε ἀγαθὸν καὶ τὸ καλὸν καὶ τὸ ἡδύ, ποιήσας  κάλλιστον τὸ δικαιότατον, λῷστον δ᾽ ὑγιαίνειν, πάντων ἥδιστον δ᾽ οὗ τις ἐρᾷ τὸ τυχεῖν (Ησ. Θεογ. 255f) ἡμεῖς δ᾽ αὐτῷ μὴ συγχωρῶμεν. ἡ γὰρ εὐδαιμονία κάλλιστον καὶ ἄριστον ἁπάντων οὖσα ἥδιστον ἐστίν.» (Οι εν τη Δήλο παρά τον Θεό, έγραψαν στο προπύλαιο του ναού, «Το αγαθό, το καλόν και το ευχάριστο να πράττεις. Κάλλιστόν το δικαιότατόν, υπέρτατο αγαθό ή υγεία, απολαυστικότερο να επιτύχεις αυτά που επιθυμείς.» ¨Όμως, εμείς με τα παραπάνω δεν συμφωνούμαι, διότι η ευδαιμονία είναι το δικαιότατο το απολαυστικότερο και το κάλλιστο αγαθό.)

Η ευδαιμονία είναι λοιπόν κατά τον Αριστοτέλη, ο λόγος και ο σκοπός για τον οποίο αξίζει κάποιος να διαλέξει να ζει από το να μην ζει. Πως όμως κατακτιέται η ευδαιμονία, ο Αριστοτέλης λέει ότι πρέπει να είναι να αναλογιστούμε ; Τι το  εὖ ζῆν & καὶ τὸ ζῆν μακαρίως καὶ πῶς κτητόν. Αναφέρει δε, πως οι θεωρήσεις της εποχής του συντείνουν στο ότι η ευδαιμονία αποτελείται:

  • από την Ηδονή
  • από το αγαθό της φρόνησης
  • και από το αγαθό της αρετής

Στο σημείο αυτό είναι σκόπιμο μια επιτόπου βολική τακτοποίηση, όσο αφορά την ηδονή.Ο Αριστοτέλης δεν αποκρούει την ηδονή, προτιμά όμως τις ανώτερες πνευματικές ηδονές. Αλώστε αναρωτιέται, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κάποιος ευδαίμων, την στιγμή που βασανίζεται στον τροχό (Ο τροχός ήταν βασανιστήριο της εποχής του). Όσο αφορά το αγαθό της φρόνησης στο έργο του «Ηθικά Νικομάχεια» γράφει: «Tῆς τελείας ἀρετῆς εἴδη ἐστὶ τέτταρα· ἓν μὲν φρόνησις͵ ἓν δὲ δικαιοσύνη͵ ἄλλο δ΄ ἀνδρεία͵ τέταρτον σωφροσύνη. (Τέσσερα είναι τα μέρη της τέλειας αρετής , η φρόνηση, η δικαιοσύνη η ανδρεία και η σωφροσύνη.)

 Και αναφέρει ειδικά για την φρόνηση:

«ἡ μὲν φρόνησις αἰτία τοῦ πράττειν ὀρθῶς τὰ πράγματα·

Η συνέχεια στο Δεύτερο Μέρος…