«Αρετή: Το Αξιακό Σύστημα των Αρχαίων Ελλήνων (Μέρος Δεύτερο)», γράφει ο Μιχάλης Μπάτης

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Σε συνέχεια του Πρώτου Μέρους για την Αρετή ως το Αξιακό σύστημα των Αρχαίων Ελλήνων, αναφέρουμε:

Υπάρχει ένα υπέροχο παράδειγμα στις «Αρχές φιλοσοφίας» του Θεοδόση Πελεγρίνη: Οι άνθρωποι φτιάχνουν σπίτια με σκοπό να προστατευθούν από τις ταλαιπωρίες και τους κινδύνους που θα ήταν υποχρεωμένοι να υποστούν, αν ζούσαν στο ύπαιθρο. Προκειμένου, να φτιάξουν τα σπίτια τους όμως, χρησιμοποιούν ορισμένα υλικά (πέτρες, ασβέστη, ξύλα). Αλλά τα υλικά χρειάζονται – είτε για να παρασκευαστούν είτε για να γίνει η επεξεργασία τους – τα κατάλληλα εργαλεία και μηχανήματα. Για το σκοπό αυτό λοιπόν, προκειμένου να παραγάγουν τα οικοδομικά υλικά οι άνθρωποι, φτιάχνουν εργαλεία και μηχανήματα. Συνεπώς ενώπιον μας υπάρχει μια ιεράρχηση σκοπών. Εάν οι άνθρωποι δεν κινδύνευαν ζώντας έξω στο ύπαιθρο, δε θα είχαν κανένα λόγο να κατασκευάζουν σπίτια· και εάν δεν είχαν κανένα λόγο να φτιάχνουν σπίτια, θα ήταν άσκοπη επίσης η επεξεργασία και η παρασκευή οικοδομικών υλικών· και αν δεν είχαν λόγο να χρησιμοποιούν οικοδομικά υλικά, δε θα είχε νόημα η κατασκευή εργαλείων και μηχανημάτων για την παραγωγή των οικοδομικών υλικών. Κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα αποσκοπεί στη δημιουργία κάποιου αγαθού, που με τη σειρά του εξυπηρετεί κάποιο άλλο αγαθό. Αυτή η αλυσίδα των αγαθών όμως, κατά τον Αριστοτέλη, θα πρέπει να καταλήγει κάπου.

Θεοδόσης Πελεγρίνης

Κατά τον Όμηρο και τον Τυρταίο, η αρετή ταυτιζόταν συνήθως με την πολεμική ανδρεία και ήταν προϊόν ευγένειας με την έννοια της ευγενούς καταγωγής, Κατά τον Σωκράτη η αρετή είναι γνώση. Ο Αριστοτέλης όμως μέμφεται την θεωρία ότι η κατάκτηση της αρετής είναι η γνώση της αρετής γράφοντας χαρακτηριστικά: «Σωκράτης μὲν οὖν ὁ πρεσβύτης ᾤετ᾽ εἶναι τέλος τὸ γινώσκειν τὴν ἀρετήν, καὶ ἐπεζήτει τί ἐστιν ἡ δικαιοσύνη καὶ τί ἡ  ἀνδρεία καὶ ἕκαστον τῶν μορίων αὐτῆς. ἐποίει γὰρ ταῦτ᾽ εὐλόγως. ἐπιστήμας γὰρ ᾤετ᾽ εἶναι πάσας τὰς ἀρετάς, ὥσθ᾽ ἅμα συμβαίνειν εἰδέναι τε τὴν δικαιοσύνην καὶ εἶναι δίκαιον. ἅμα μὲν γὰρ μεμαθήκαμεν τὴν γεωμετρίαν καὶ οἰκοδομίαν καὶ ἐσμὲν οἰκοδόμοι καὶ γεωμέτραι.» (Ο Σωκράτης θεωρούσε ότι σκοπός του ανθρώπου, είναι να γνωρίσει την αρετή και επιζητούσε τι είναι η δικαιοσύνη και τι η ανδρεία και από τι αποτελούνται   και θεωρούσε εύλογα, κατά την άποψή του, ότι όλες οι αρετές είναι προϊόν έρευνας. Ώστε αν γνώριζες τι  είναι δικαιοσύνη γινόσουν δίκαιος και αν μάθαινες την γεωμετρία, γινόσουν οικοδόμος και γεωμέτρης.)

Αλήθεια όμως, η γνώση της θεωρίας μιας αρετής μας καθιστά συνάμα ενάρετους. Στην συνέχεια και εν ολίγης ο Αριστοτέλης γράφει: «οὐ γὰρ εἰδέναι βουλόμεθα τί ἐστιν ἀνδρεία, ἀλλ᾽ εἶναι ἀνδρεῖοι, οὐδέ τί ἐστι δικαιοσύνη, ἀλλ᾽ εἶναι δίκαιοι, καθάπερ καὶ ὑγιαίνειν μᾶλλον ἢ γινώσκειν τί ἐστι τὸ ὑγιαίνειν καὶ εὖ  ἔχειν τὴν ἕξιν μᾶλλον ἢ γινώσκειν τί ἐστι τὸ εὖ ἔχειν» (Δεν θέλουμε να γνωρίζουμε τις είναι η ανδρεία αλλά να είμαστε ανδρείοι, ούτε τι εστί δικαιοσύνη, αλλά να είμαστε δίκαιοι, όπως ακριβώς δεν μας ενδιαφέρει τι είναι η υγεία, αλλά το να είμαστε υγιείς)

Ανωτέρω είχαμε αναφερθεί ότι Αριστοτέλης διαχωρίζει την αρετή σε δυο είδη,την  διανοητική και την ηθική.

Η διανοητική αρετή: αντιστοιχεί στο έλλογο μέρος της ψυχής και τελεί υπό την ισχύ και την αξία του λόγου. Ο λόγος παρέχει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του με βάση προκαθορισμένες λογικές συλλήψεις. Γενικώς ,στο έργο του Αριστοτέλη, στις διανοητικές αρετές ανήκουν η επιστήμη, η τέχνη, η φρόνηση, ο νους και η σοφία.

Η ηθική αρετή: αντιστοιχεί στο έλλογο και συνάμα στο ά-λογο μέρος της ψυχής. Από πλευράς περιεχομένου κατανοεί κι εφαρμόζει τις προτάσεις, τις συλλήψεις ή τις επιταγές του λόγου. Η ηθική αρετή είναι αποτέλεσμα εθισμού και δεν υπάρχει μέσα μας εκ φύσεως. Στα ‘’Ηθικά Ευδήμεια’’ γράφει χαρακτηριστικά: «πολλὰ γὰρ οὔτε κατὰ φύσιν οὔτε μαθοῦσιν ἀλλ᾽ ἐθισθεῖσιν ὑπάρχει τοῖς ἀνθρώποις, φαῦλα μὲν τοῖς φαύλως ἐθισθεῖσι, χρηστὰ δὲ τοῖς χρηστῶς». Ο Αριστοτέλης επομένως αποκρούει και αποστασιοποιείται από τις ήδη υπάρχουσες θεωρίες, ότι η αρετή προέρχεται από την ευγενική καταγωγή και άρα υπάρχει μέσα μας από την φύση μας, ή αρκεί η γνώση της θεωρίας, για να κατακτήσεις την αρετή. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι την ευθύνη για την κατάκτηση των ηθικών αρετών την έχει ο ίδιος ο άνθρωπος. Εξαρτάται μάλιστα σε απόλυτο βαθμό από αυτόν αν θα φτάσει στο στόχο του, αν θα αποκτήσει ήθος «εὐγενὲς καὶ φιλόκαλον». Και για να το κατορθώσει, πρέπει να καταβάλλει επίπονη προσπάθεια και αγώνα, να εθίσει την ψυχή του σε πράξεις ενάρετες, να την καλλιεργήσει «διὰ τοῦ ἔθους». Γράφει δε στα ΄΄Ηθικά Ευδήμεια΄΄: «ἐπεὶ δ᾽ ἐστὶ τὸ ἦθος, ὥσπερ καὶ τὸ ὄνομα σημαίνει ὅτι ἀπὸ ἔθους ἔχει τὴν ἐπίδοσιν,  ἐθίζεται δὲ τὸ ὑπ᾽ ἀγωγῆς μὴ ἐμφύτου τῷ πολλάκις κινεῖσθαι πώς, οὕτως ἤδη τὸ ἐνεργητικόν, ὃ ἐν τοῖς ἀψύχοις οὐχ ὁρῶμεν (οὐδὲ γὰρ ἂν μυριάκις ῥίψῃς ἄνω τὸν λίθον, οὐδέποτε ποιήσει τοῦτο μὴ  βίᾳ» – (Το ήθος όπως δείχνει και η ετυμολογία του, προέρχεται από το έθος, δηλαδή την συνήθεια και η συνήθεια σχηματίζεται σιγά σιγά, με την επανάληψη και γίνεται δεύτερη φύση, (Όσες φορές και αν πετάξεις μια πέτρα , ποτέ δεν θα σηκωθεί από μόνη της.)

Το έθος και ο εθισμός διατηρούν σχέση αιτίας αιτιατού. Οι σκέψεις γίνονται λόγια, τα λόγια πράξεις, οι πράξεις συνήθεια, η συνήθεια χαρακτήρας και ο χαρακτήρας τρόπος ζωής, έγραφε ο Χαλίλ Γκιμπράν. Σε ποιες συνήθειες όμως πρέπει να αποσκοπούμε, ο Αριστοτέλης και πάλι είναι ξεκάθαρος στα ΄΄Ηθικά Ευδήμεια΄΄ γράφει: «ἐν ἅπαντι συνεχεῖ καὶ διαιρετῷ ἐστιν ὑπεροχὴ καὶ ἔλλειψις καὶ μέσον. ἐν πᾶσι δὲ τὸ μέσον τὸ πρὸς ἡμᾶς βέλτιστον: τοῦτο γάρ ἐστιν ὡς ἡ ἐπιστήμη κελεύει καὶ ὁ λόγος. πανταχοῦ δὲ τοῦτο καὶ ποιεῖ τὴν βελτίστην ἕξιν. ὥστ᾽ ἀνάγκη τὴν ἠθικὴν ἀρετὴν περὶ μέσ᾽ ἄττα εἶναι καὶ μεσότητα τινά. ληπτέον ἄρα ἡ ποία μεσότης ἀρετή, καὶ περὶ ποῖα μέσα.» (Σε κάθε τι συνεχές και διαιρετό, υπάρχει υπερβολή, έλλειψη και μεσότητα. Πάντοτε η μεσότητα είναι το βέλτιστο προς εμάς. Αυτό πρεσβεύει η επιστήμη και η λογική, η μεσότητα δημιουργεί την βέλτιστη συνήθεια για εμάς. Κατά συνέπεια η Ηθική αρετή σχετίζεται με το μέσον και είναι μεσότητα.)

 Ο Αριστοτέλης πλέον ορίζει την αρετή ως μεσότητά, μεταξύ υπερβολής και έλειψης . «Μέτρον άριστον». Με αυτόν τον χρυσό κανόνα ορίζει τις αρετές Π.χ. η φρόνηση  τέλει ως μεσότητα μεταξύ της πανουργίας και τις ευήθειας. «καὶ ὁ μὲν πανοῦργος πάντως καὶ πάντοθεν πλεονεκτικός, ὁ δ᾽ εὐήθης οὐδ᾽ ὅθεν δεῖ»: ανούργος είναι εκείνος που προσπαθεί να φέρεις εις πέρα τον σκοπό του με οιονδήποτε μέσο, θεμιτό ή αθέμιτο, ενώ απλοϊκός εκείνος που δεν μπορεί να φέρει εις πέρας τον σκοπό του ακόμη και με θεμιτά μέσα). Χειρουργικό νυστέρι ο Αριστοτέλης , έχοντας ορίσει την αρετή ως μεσότητά, εισχωρεί στον πυρήνα της έννοιας της φρόνησης και την ορίζει με μόλις δυο προτάσεις.

 

 

 

Το βασικό όμως ερώτημα παραμένει, τι είναι η ευδαιμονία. Η λέξη αρχικά σήμαινε την εύνοια του δαίμονος,του θείου. Ο Ηράκλειτος (γύρω στο 500 π.Χ.) είχε πει:

« ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων»

ο δαίμων για τον άνθρωπο είναι ο χαρακτήρας του.

       Ο Δημόκριτος, ο μεγάλος ατομικός φιλόσοφος, επίσης είχε πει σ ένα απόσπασμά του:

«Εὐδαιμονίη οὐκ ἐν βοσκήμασι οἰκεῖ, οὐδέ ἐν χρυσῷ∙ ψυχή οἰκητήριον δαίμονος»

:Η ευδαιμονία δεν κατοικεί στα πλούσια κοπάδια, ούτε στο χρυσάφι∙ η ψυχή είναι η κατοικία του δαίμονος

Τα παραπάνω φρονώ ότι θέλουν να καταδείξουν ότι η ευδαιμονία εξαρτάται αποκλειστικά από την ανθρώπινη προαίρεση και τις ανθρώπινες πράξεις.

Δημόκριτος
Ηράκλειτος

Ο Αριστοτέλης διακηρύττει συνεχώς ότι « ἡ εὐδαιμονία ἐστί ψυχῆς ἐνέργειά τις κατ’ἀρετήν τελείαν» Δηλαδή: Είναι ενέργεια η ευδαιμονία και όχι κατάσταση, ενέργεια της Ψυχής,  με τους κανόνες της τέλειας αρετής. Γι’ αυτό και στα ‘’Ηθικά Νικομάχεια’’ αναζήτησε με επιμονή και ρεαλισμό τον ορισμό της αρετής. Να λοιπόν το υπέρτατο αγαθό, ο τελικός σκοπός, εκεί που οι επιμέρους σκοποί οδηγούν τελεολογικά, ο λόγος που αξίζει κανείς να διαλέξει το να ζει, από το να μη ζει και συνάμα η μεγαλύτερη ηδονή όλων. Γι΄αυτό αντι επιλόγου μας λέει στα Ηθικά Νικομάχεια ὡς τῆς μὲν ὑπερβολῆς καὶ τῆς ἐλλείψεως φθειρούσης τὸ εὖ, τῆς δὲ μεσότητος σῳζούσης, οἱ δ’ ἀγαθοὶ τεχνῖται, ὡς λέγομεν, πρὸς τοῦτο βλέποντες ἐργάζονται)· ἡ δ’ ἀρετὴ πάσης τέχνης ἀκριβεστέρα καὶ ἀμείνων ἐστὶν ὥσπερ καὶ ἡ φύσις, τοῦ μέσου ἂν εἴη στοχαστική. λέγω δὲ τὴν ἠθικήν· αὕτη γάρ ἐστι περὶ πάθη καὶ πράξεις, ἐν δὲ τούτοις ἔστιν ὑπερβολὴ καὶἔλλειψις καὶ τὸ μέσον.

Δεδομένου ότι η υπερβολή και η έλλειψη φθείρουν το σωστό, ενώ η μεσότητα το διασώζει — και οι καλοί τεχνίτες εργάζονται, όπως λέμε, με το βλέμμα τους στραμμένο προς αυτό) και αν η αρετή είναι, όπως και η φύση, ακριβέστερη και ανώτερη από κάθε τέχνη, τότε η αρετή έχει, λέω, ως στόχο της το μέσον. Φυσικά, μιλώ για την ηθική αρετή, γιατί αυτή είναι που αναφέρεται στα πάθη και στις πράξεις: σ᾽ αυτά υπάρχει υπερβολή, έλλειψη και το μέσον.

 

Οι Κυνικοί φιλόσοφοι μας λένε ότι οι όλες οι κοινωνικές συμβάσεις και οι καθιερωμένες ανθρώπινες αξίες είναι περιττές και ότι η ευδαιμονία μπορεί να επιτευχθεί μόνο με μια ζωή όσο γίνεται πιο απλή και φυσική, όπως είναι η ζωή στην φύση. Επίσης, αναφέρουν ότι ο άνθρωπος έπρεπε να απαλλαχθεί από τα δεσμά της «Πόλης-Κράτους», καθώς και των ιδανικών της. Αξίζει να σημειωθεί ότι το όνομα «Κυνικός» προήλθε από το ψευδώνυμο κύων=σκύλος, που είχε δοθεί στον Διογένη, τον διασημότερο εκπρόσωπο των Κυνικών, για την αναισχυντία του, από αυτούς που μέχρι σήμερα ούτε ετυμολογικά δεν γνωρίζουν τι σημαίνει Ευδαιμονία. τέλος, ένα έσχατο σκοπό. Ως τέτοιο τελικό σημείο αναφοράς όλων των αγαθών στη ζωή του ανθρώπου ο Αριστοτέλης θεωρεί την «ευδαιμονία”.

 

Οι Σκεπτικιστές, με πρώτο απ’ όλους των Πύρρωνα τον Ηλείο, πίστευαν ότι τόσο οι αισθήσεις, όσο και οι γνώσεις μας εξαπατούν και επομένως, η ορθή γνώση της φύσης των πραγμάτων δεν μπορεί να αποκτηθεί μέσω της εμπειρίας του ορατού κόσμου. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτούς, για να φτάσει κανείς στην ευδαιμονία πρέπει να αμφισβητεί συνεχώς τις δοξασίες όλων των ανθρώπων, ακόμα και των φιλοσόφων και να μην εκφέρει γνώμη ή οποιαδήποτε άποψη, παρά μόνο για τις προσωπικές του εμπειρίες. Μια τέτοια στάση, πίστευαν οι Σκεπτικιστές, προσφέρει ανακούφιση στους ανθρώπους, που δεν γνωρίζουν την πραγματικότητα, τους απαλλάσσει από τον δογματισμό, τους προτρέπει να ζουν σύμφωνα με τη φύση και τους χαρίζει την υπέρτατη αρετή, που δεν είναι άλλη από την πνευματική γαλήνη.

Πύρρων ο Ηλείος

 

 

Σύμφωνα με τους Επικουρείους, η ευδαιμονία συνίσταται στην ψυχική ηρεμία (αταραξία) και επιτυγχάνεται με την αναζήτηση της ηδονής. Οι Επικούρειοι με τον όρο «ηδονή» δεν εννοούσαν την ηδονή που κρύβεται στις απολαύσεις και στις διασκεδάσεις («ενεργή» ή «κινητική» ηδονή, ηδονή εν κινήσει), αλλά την ηδονή που συνοδεύει την πλήρη απουσία πόθου και πόνου (απονία), δηλαδή την σωματική υγεία και την ψυχική ηρεμία («στατική» ηδονή, ηδονή καταστηματική). Έτσι, για τους Επικουρείους, η ευτυχισμένη ζωή είναι μια ζωή απαλλαγμένη από τους φόβους και τις οδυνηρές σκέψεις, οι οποίες μπορούσαν να προκαλέσουν ψυχική και σωματική οδύνη. Λέγοντας «Ηδονή» οι Επικούριοι αναφέρονται στην «Ευδαιμονία».

Οι Στωϊκοί, αναφέρουν ότι η αρετή είναι αρκετή για να φτάσει κανείς στην ευδαιμονία.Σύμφωνα με αυτούς, η αρετή είναι το μόνο αγαθό για τον άνθρωπο, γιατί είναι πάντα ευεργετική. Η καταγωγή, η κοινωνική θέση, ο πλούτος, οι απολαύσεις, οι οποιεσδήποτε αξίες που ταύτιζαν την ευτυχία με τα υλικά αγαθά, δεν είχαν καμμία σημασία με τους Στωϊκούς. Όλες αυτές οι αξίες ήταν –όπως έλεγαν οι Στωϊκοί- «αδιάφορες» και δεν συνεισέφεραν τίποτα όσον αφορά στην πορεία προς την αρετή, αφού οι άνθρωποι μπορούσαν να τις χρησιμοποιήσουν καλά ή άσχημα.

 

 Οι Σκεπτικοί πίστευαν ότι τα ενάρετα άτομα έχουν ό,τι χρειάζονται για να είναι ευτυχή και επομένως, η ευδαιμονία είναι εφικτή, όχι μόνο για τους προικισμένους από την ζωή με πλούτο και κοινωνική θέση, αλλά και για όσους έχουν λιγότερη τύχη όπως οι φτωχοί, οι σκλάβοι, οι κατώτερες κοινωνικές τάξεις των τεχνητών πολιτισμών. Η αρετή συνίσταται σε μια ζωή σύμφωνα με την φύση, δηλαδή σύμφωνα με την λογική ή τον λόγο (νου) του Πνεύματος, με την οποία είναι προικισμένος κάθε άνθρωπος ως μέρος της φύσης και η οποία, αν και υπάρχει ατελής μέσα του, μπορεί να τελειοποιηθεί με την αυτογνωσία.

 

Οι Νεοπλατωνικοί πρεσβεύουν την θέση ότι ο δρόμος προς την ευδαιμονία είναι η ανάταση της ψυχής και η ομοίωσή της με το Πνεύμα. Σκοπός του ανθρώπου είναι να βοηθήσει την ψυχή του να επανέλθει, μετά τον θάνατο, στην αρχική της κατάσταση, σε έναν ανώτερο Πνευματικό κόσμο. Δεν μπορούμε παρά να συμφωνωνούμε με τους φιλοσόφους. Αν ζεις με τις προτροπές των ελλήνων φιλοσόφων (Γνώθι σ΄αυτών), αντιλαμβάνεσαι πόσο εύκολο είναι να μπεις στην θέση του Οδυσσέα και να φτάσεις στην Ιθάκη. Γιατί στην Οδύσσεια μόνο αυτός που είχε Θ Ε Λ Η Σ Η και καλοπροαίρεση, κατάφερε να αγγίξει την Ευδαιμονία. Αν αποκοπείς από την σύνδεση σου με την ΘΕΛΗΣΗ ή Πνευματική Δύναμη δημιουργούνται ψυχολογικές παρεκκλίσεις. Το καλό και το κακό η Ευδαιμονία ή η ταραχή, προσδιορίζεται σε σχέση με κάτι άλλο, πχ. με την επιβίωση, αν πρόκειται για την ανθρώπινη ύπαρξη στο σύνολο της.

 

Οι Γνωστικοί ισχυρίζονται ότι κάθε γνώση που ενισχύει και αυξάνει την επιβίωση ενός ανθρώπου στο πλαίσιο της λογικής, είναι καλό. Κάθε τι που την εξασθενίζει – στα πλαίσια της λογικής επίσης- και την σκοτώνει, είναι κακό. Αυτό είναι Ολοφάνερο, από την υγεία του ανθρώπου, ψυχική και σωματική. Κάθε καλή κατάσταση που σε τοποθετεί και ενδυναμώνει την σύνδεση σου με την Ενεργειακή Δύναμη ή Σκοπό αυτόματα σε τοποθετεί στην κατάσταση της Ευδαιμονίας, κάθε κακή κατάσταση σε αποκόβει και σε απομακρύνει από τον Σκοπό, άρα σε απομακρύνει κι από την Ευδαιμονία.

Ο Πρωταγόρας είναι διάλογος του Πλάτωνα (Πλάτων, Πρωταγόρας, κεφ. 12,322 b-c). που γράφτηκε στην πρώτη σωκρατική περίοδο της συγγραφικής του δραστηριότητας και αναφέρεται στους ηθικούς κινδύνους που ελοχεύουν για όσους νέους υποστούν την παιδαγωγική επίδραση των σοφιστών. Τόπος του διαλόγου είναι το σπίτι του πλουσίου Αθηναίου Καλλία, ο οποίος φιλοξενούσε τον σοφιστή και φιλόσοφο Πρωταγόρα.

 «Και αφού πια ο άνθρωπος πήρε και κάποιο θεϊκό μερίδιο -πρώτα πρώτα από αυτή τη συγγένεια που έχει με τον θεό- υπήρξε το μόνο πλάσμα που αναγνώρισε θεούς και πάντα νοιαζόταν να στήνει βωμούς και αγάλματα των θεών. Παράλληλα κατάρτισε νωρίς γλώσσα και πλήθος λέξεις με την τεχνική του ικανότητα κι επινόησε οικοδομήματα και φορέματα και υποδήματα και κλινοσκεπάσματα και τους πόρους διατροφής του από προϊόντα της γης.

Οι άνθρωποι λοιπόν στην αρχή, εφοδιασμένοι με αυτά τα μέσα, ζούσαν διάσπαρτοι και πολιτείες δεν υπήρχαν. Έτσι αφανίζονταν από τα θηρία, γιατί, όπως ήταν παντού σκορπισμένοι, έμεναν παντού πιο αδύναμοι εμπρός σ’ αυτά. Η παραγωγική τους τεχνική εξάλλου τους ήταν βέβαια εξυπηρετική αρκετά για συντήρηση, αλλά δεν τους εξυπηρετούσε για τον πόλεμο με τα θηρία. Γιατί δεν είχαν ακόμα την πολιτική τέχνη, της οποίας μέρος αποτελεί η πολεμική τέχνη.

Επιδίωξαν λοιπόν να συγκεντρώνονται και να προστατεύονται μέσα σε πόλεις που έκτιζαν. Έτσι, σε όποια ευκαιρία συγκεντρώθηκαν, έκαναν αδικίες ο ένας στον άλλον, μια και δεν είχαν την τέχνη της πολιτικής οργάνωσης, με αποτέλεσμα πάλι να διασπώνται και να χάνονται. Ο Δίας τότε ανησύχησε για το είδος μας μήπως και χαθεί ολόκληρο, και στέλνει τον Ερμή. Μαζί του αυτός έφερε στους ανθρώπους την Αρετή δηλαδή τη γνώση, τη λογική, το σέβας το Κάλλος, την ευδαιμονία και την απαίτηση για δικαιοσύνη, ώστε να αποτελέσουν δυνάμεις συγκρότησης των πολιτειών και συνεκτικούς δεσμούς ανθρώπινης φιλίας.

  Τότε ο Ερμής ρωτάει τον Δία να του πει με τι τρόπο τέλος πάντων θα έδινε στους ανθρώπους την Αρετή ώστε να καταστεί αυτή Ηθικός Θεσμός. “Με ποιον από τους δύο τρόπους; Έτσι όπως είναι κατανεμημένες οι τέχνες, αυτό τον καταμερισμό να κάνω και εδώ; Και ο καταμερισμός είναι ο εξής: ένας έχει για ειδικότητα του την ιατρική και εξυπηρετεί πολλούς μη ειδικούς. Έτσι κάνουν και όσοι άλλοι προσφέρουν στο κοινό την εργασία τους. Ώστε και τη δικαιοσύνη και τον σεβασμό με τέτοιον τρόπο να θεσμοθετήσω ανάμεσα στους ανθρώπους ή να κάνω τη μοιρασιά σε όλους;” “Σε όλους”, είπε ο Δίας, “και όλοι να πάρουν μέρος. Γιατί πολιτείες δε θα μπορούσαν να σχηματιστούν, αν στους θεσμούς αυτούς μετείχαν λίγοι, όπως γίνεται σε άλλες τέχνες. Και θέσπισέ τους ακόμα έναν νόμο από μένα: όποιος δεν είναι ικανός να συμμετέχει στην τήρηση του σεβασμού και της δικαιοσύνης, να θανατώνεται ως νοσηρό στοιχείο της πολιτείας».

Η αρχαία Ελληνική διανόηση αντιλαμβανόμενη και κατανοώντας μέσα από τις ιδιαίτερες ιδιότητες των επιμέρους θεών τους, ότι ούτε τέλος ούτε αρχή είναι δυνατό να υπάρχουν ανεξάρτητα η μία από την άλλη γιατί το ένα φέρει το άλλο και ούτω καθεξής, εναρμόνισαν λοιπόν την κατανόηση αυτή καταβιβάζονταστη στο ανθρώπινο επίπεδο της καθημερινότητά τους ως αξιακό σύστημα. Ένα σύστημα σύμφωνα με το οποίο ένας άνθρωπος απαραίτητα θα διάγει το βίο του, μεταφέροντας αυτή τη κατανόηση στο διηνεκές χαρίζοντας στην ανθρωπότητα έναν όρο: την Αρετή ή Αρετές.

Πρωταγόρας

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος θα αναλύσουμε την έννοια Αρετή και στη συνεχεία τα εννοιολογικά ιδιαίτερα παράγωγά της, δηλαδή, τις επιμέρους αξίες του ανθρώπου, δηλαδή, τις Αρετές που πρέπει να διέπουν τη ζωή του.