fbpx

«Από την ανθοφορούσα στην εργατική Πρωτομαγιά μέσα από την ποίηση»: της Σμαράγδας Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«Ο Μάϊος μας έφθασε εμπρός βήμα ταχύ να τον προϋπαντήσουμε παιδιά στην εξοχή…»

Καλό μήνα να έχουμε!

Η πρωτομαγιά γιορτάζεται σε όλο τον κόσμο από αρχαιοτάτων χρόνων, επειδή τοποθετείται στην αρχή της άνοιξης.

Σημαντική γιορτή του μήνα των αρχαίων, του Θαργηλιώνος, που αντιστοιχούσε περίπου χρονικά στο Μάιο, περιελάμβανε στα δρώμενά της την κατασκευή ενός κλαδιού ανάλογου με το μαγιάτικο. Το κλαδί αυτό δεν το έφτιαχναν με άνθη, αλλά με κλαδιά οπωροφόρων δέντρων, στα οποία τοποθετούσαν επίσης κρεμμύδι και σκόρδο.

Από τότε το μαγιάτικο λεγόμενο στεφάνι στολίζει απαραίτητα τις εξώπορτες των σπιτιών την πρώτη μέρα του Μάη, γιατί  «χαρίζει» στους ενοίκους σύμφωνα με το πανάρχαιο έθιμο υγεία, καλή τύχη, ειρήνη, ευτυχία και ευφορία. Τα στεφάνια παρέμεναν κρεμασμένα στις θύρες των κατοικιών μέχρι τις 24 Ιουνίου, αφού την ίδια μέρα το βράδυ κατά την παράδοση έπρεπε να καούν  στις φωτιές του Αϊ-Γιάννη του Κλήδονα.

Για την ιστορία ο «Kλήδονας» σχετίζεται με μια λαϊκή μαντική διαδικασία, η οποία λέγεται ότι αποκαλύπτει στις άγαμες κοπέλες την ταυτότητα του μελλοντικού τους συζύγου.

Σε πολλές πόλεις και σε  χωριά της Ελλάδας στις γειτονιές και στις πλατείες την ημέρα αυτή ανάβουν  μια μεγάλη φωτιά πάνω από την οποία πηδάνε όλοι οι κάτοικοι του χωριού και  απαλλάσσονται από το κακό.

Επιστρέφοντας στην Πρωτομαγιά την υποδεχόμαστε με τους στίχους του Κωστή Παλαμά από το ποίημά του με τον τίτλο:

Μπήκε ο Μάης

«Και τώρα μπήκε ο Μάης ο μήνας μπήκε

με την Πρωτομαγιά του,

τη χαροκόπα θυγατέρα,

και να στ’ απλόχωρο λιβάδι,

στ’ ολόχλωρο, στ’ ολανθισμένο,

μεθάει και σκούζει και φρενιάζει

της γυφτουριάς το πανηγύρι,

το πανηγύρι της Κακάβας.

Κ’ η ρεματιά που το χωρίζει

το ένα τ’ απλόχωρο λιβάδι

σε δυο αδερφάκια λιβαδάκια,

βλέπει απ’ το μια της άκρη, βλέπει

κι από την άκρη της την άλλη,

σε μια τριγύρω νερομάννα,

γιορτή παράξενη μεγάλη

το χρόνο μια φορά,

στο έμπα του Μάη του μήνα,

στ’ άνθια του Μάη και τη χαρά.»

Το μαγιάτικο στεφάνι είναι το μόνο που μας συνδέει πια με την ανοιξιάτικη αυτή γιορτή, αφού στην πορεία η Πρωτομαγιά εξελίχθηκε σε γιορτή ορόσημο για τους απανταχού εργάτες.

Η Εργατική λεγόμενη πρωτομαγιά έχει τις ρίζες της στο Σικάγο, όπου το 1886 κατά τη διάρκεια μιας συγκέντρωσης για την καθιέρωση του 8ώρου, η αστυνομία πυροβόλησε και σκότωσε 12 διαδηλωτές. Η εργατική πρωτομαγιά καθιερώθηκε σαν παγκόσμια ημέρα το 1891 για την ανάμνηση της καθιέρωσης του 8ώρου στην εργασία και των θανάτων των εργατών στο Σικάγο.

Το 1892 έγινε η πρώτη πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση στην Ελλάδα, από το Σοσιαλιστικό Σύλλογο του Καλλέργη. Το 1893, 2.000 εργάτες διαδήλωσαν απαιτώντας οκτάωρο, Κυριακή αργία και κρατική ασφάλιση στα θύματα εργατικών ατυχημάτων. Το 1894, πραγματοποιείται  μια μεγάλη συγκέντρωση με τα ίδια αιτήματα που καταλήγει σε 10 συλλήψεις με κορυφαία αυτή του σοσιαλιστή Σταύρου Καλλέργη.

Το 1936 έχουμε την εξέγερση των καπνεργατών της της Θεσσαλονίκης. Τα γεγονότα ξεκίνησαν γύρω στο Φεβρουάριο, με κατάληψη ενός εργοστασίου, ύστερα από την απόρριψη των αιτημάτων των εργατών και συνεχίστηκε με συμπαράσταση καπνεργατών από άλλα εργοστάσια.

 Ο πρώτος νεκρός τον Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη ήταν ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης από το Ασβεστοχώρι,  που συμμετείχε στην παλλαϊκή απεργία των Θεσσαλονικιών εργατών. Η  κυβέρνηση Μεταξά που ήταν στην εξουσία, διέταξε τη χωροφυλακή να εξουδετερώσει  με κάθε μέσο τους διαδηλωτές. Σε μια συγκέντρωση στη διασταύρωση στη συμβολή των οδών Εγνατίας και Βενιζέλου, χωροφύλακες πυροβόλησαν και σκότωσαν 8 εργάτες. Με πυροβολισμούς προσπάθησαν να διαλύσουν και τις άλλες συγκεντρώσεις και συνολικά θρηνήσαμε τουλάχιστον 12 νεκρούς,  ενώ υπήρχαν και 300 τραυματίες.  

Η εργατική Πρωτομαγιά στο Σικάγο
Η εργατική Πρωτομαγιά στη θεσσαλονίκη
Σταύρος Καλλέργης

Συγκλονιστική είναι η φωτογραφία της μάνας του Τάσου Τούση που μοιρολογεί τον νεκρό της γιο καταμεσής του δρόμου. Από αυτή τη θλιβερή εικόνα , που έκανε το γύρο του κόσμου εμπνεύστηκε  ο Γιάννης Ρίτσος  την ποιητική του συλλογή «Επιτάφιος». Το βιβλίο του Ρίτσου έκανε τρελές πωλήσεις, πράγμα σπάνιο για ποιητικές συλλογές γι’ αυτό η κυβέρνηση Μεταξά το έριξε στην πυρά  για παραδειγματισμό το 1938 μπροστά στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Ο ποιητής το επανέκδωσε το 1958 και έστειλε ένα αντίτυπο στο Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος μέσα σε μια νύχτα μελοποίησε τα οκτώ αποσπάσματα του έργου…

 

«Μέρα Μαγιού μού μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,

άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις

άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τά ‘δειχνες ένα-ένα

τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα 

 

 

Και μού ’δειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,

και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,

κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μού ‘δειχνες τα αστέρια και τα πλάτια,

τά ‘βλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκιά, ζεστή κι αντρίκια

τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια»

Την «Πρωτομαγιά του 1944 , όταν  οι δυνάμεις κατοχής σκότωσαν 200 κομμουνιστές στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής ως αντίποινα για τον φόνο ενός Γερμανού στρατηγού και των τριών συνοδών του, που έγινε στις 27 Απριλίου 1944 σε τοποθεσία κοντά στους Μολάους Λακωνίας  έγραψε ο Κώστας Βάρναλης:

«Πέσε στα γόνατα , προσκύνα το πανάγιο χώμα

με τη ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη

όποιος και νά ‘σαι, όθε και νά ‘σαι, κι ό,τι άνθρωπος νά ‘σαι.

Πιότερο, αν είσαι του λαού ξωμάχος, χειρομάχος ,

φτωχόπαιδο, που αθέλητα σε βάλαν να καρφώσεις,

τον αδερφό σου αντίκρα σου, με μάνα εσύ κι εκείνος.

 

Από την ταινία του Κώστα Βούλγαρη Το Τελευεταίο Σημείωμα

 

Ετούτη η μάντρα αντίκρυ σου, το σύνορο του κόσμου.

Σ’ αυτήν επάνω βρόντηξαν ο Διγενής κι ο Χάρος.

Ήτανε πρώτη του Μαγιού, φως όλα μέσα κι έξω

(έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλοσύνη)

που αράδιασε πα στο σοβά πισθάγκωνα δεμένους

και θέρισε με μπαταριές, οχτρός ελληνομάχος,

όχι έναν, δυο, ή τρεις ….διακόσια παλληκάρια.

Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα,

μον’ ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι.

Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνω απ’ όλους ,

κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος»

 

Για την ίδια ματωμένη Πρωτομαγιά  ο Ηλίας Σιμόπουλος συνέθεσε τους παρακάτω στίχους:

«Διακόσια παλικάρια τραγουδήσαν σαν σήμερα τον ερχομό του Μάη.

Το τραγούδι τους πυρπόλησε τους ορίζοντες της Καισαριανής.

Τ’ ακούσαν οι γερόντισσες και στήσαν όλες το χορό

κι ανάστησαν το Ζάλογγο κι αγκάλιασαν τον κόσμον όλο.

Τ’ ακούσανε και οι δήμιοι και πισωπάτησαν

τρομαγμένοι με μια πελώρια σιωπή στο στόμα»

Στα διακόσια παλικάρια αφιέρωσε το ομότιλο ποίημά της η Ρίτα Μπούμη – Παπά

 «Για ποιο βαρύ σας κρίμα σας θερίζουνε

 Πρωτομαγιά σαν χλωρά στάχυα

πίσω από ‘να μαντρότοιχο γεμάτο χαμομήλια;

 Για την πατρίδα εσείς στενάζατε

 κι ονειρευόσαστε τη λευτεριά της.

Τέσσερις ώρες γάζωναν οι σφαίρες την καρδιά σας

(… ) και πέφτοντας αμίλητοι κατά οκτάδες

αγκάθινο στεφάνι μας φορέσατε

χαλκά ζεματιστό στην εποχή μας

 να ντρέπεται αιώνια για τη φρίκη της

 και τα εγκλήματά της.

Η οδός Φορμίωνος, οδός του Γολγοθά σας

 σπάρθηκε όλη με κόκκινα λουλούδια

από το πλούσιο αίμα σας τ’ αψύ

που τα μαζεύομε μεσ’ σε λευκά μαντήλια

τη Λευτεριά να ράνομε που αργεί (… )».

Για τη μεγάλη συμφορά πήρε φωτιά κι η πένα του Φώτη Αγγουλέ σοκάροντας τους σύγχρονους…

«Τόσοι σταυροί που στήθηκαν

τόσοι σταυροί που θα στηθούνε,

εμάς μονάχα με σταυρούς

μπορούν να μας μετρούνε.

Σταυροί, παντού σταυροί.

Είμαστε «οι αδάκρυτοι κι οι αγέλαστοι

Δεν κλαίμε, ούτε γελούμε.

Τα σπίτια μας καπνίζουνε

πεινούνε τα παιδιά μας, δεν λυγούμε

ήρθαμε να χαράξομε του πόνου μας τα σύνορα

και στήνουμε σημάδια και περνούμε»

 

 

 

 

Στο ποίημά του  «Παρασκευή 1 Μ» αγκάλιασε τον ανοιξάτικο μήνα ο Οδυσσέας Ελύτης:  «Η Πρωτομαγιά»

«Πιάνω την άνοιξη με προσοχή και την ανοίγω

Με χτυπάει μια ζέστη αραχνοΰφαντη

ένα μπλε που μυρίζει ανάσα πεταλούδας

οι αστερισμοί της μαργαρίτας όλοι αλλά

και μαζί πολλά σερνόμενα ή πετούμενα

ζουζούνια, φίδια, σαύρες, κάμπιες και άλλα

τέρατα παρδαλά με κεραίες συρμάτινες

λέπια χρυσά λαμέ και πούλιες κόκκινες

Θα ‘λεγες, έτοιμα όλα τους να παν

στο χορό των μεταμφιεσμένων του Άδη»

 

Ο Κωστής Παλαμάς γράφει τον ύμνο της εργατιάς, «Εμείς οι εργάτες» και απογειώνει τον εορτασμό.

«Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ίδρωτά μας

ποτίζουμε τη γη για να γεννά

καρπούς, λουλούδια, τ’ αγαθά του κόσμου ολόγυρά μας

φτωχή, αλουλούδιαστη, άκαρπη, μονάχα η αργατιά.

Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ίδρωτά μας

ζυμώνουμε του κόσμου το ψωμί.

Πιο δυνατά κι απ’ τα σπαθιά τα χέρια τα δικά μας,

και μ’ όλο το αλυσόδεμα, σκάφτουν, και η γη πλουτεί.

Στου κόσμου τους θησαυριστές το βιός σου, εργάτη, νόμοι

στο τρώνε αδικητές χωρίς ντροπή.

Αγκαλιαστείτε, αδέρφια, ορθοί! Με μια καρδιά, μια γνώμη.

Δικαιοσύνη, βρόντηξε, και λάμψε, Προκοπή!

Ο Τάσος Λειβαδίτης αφήνει το δικό του «Μοιρολόι για ένα νεκρό»

«Φεγγάρι, ερημοφέγγαρο, κριθάρινο φεγγάρι των φτωχών

αγέρα, πικραγέρα πολύλαλε αγέρα των μουγγών

σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε μήνα Μάη

σταυρώσανε το νιο, μήνα Μάη

σταυρώσαν το ροδόσταμο και το λεμονανθό 

ροδιά, δος του το αίμα σου

δος του το φέγγος σου, στερνό του ηλιοβασίλεμα,

μήνα Μάη, σταυρώσαν τον αυγερινό

αχ, το πρωί ήταν ήλιος και δροσιά

το μεσημέρι λάμψη κι όνειρα

το βράδυ ήρθε πικρό κι ολόμαυρο,

σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε

μήνα Μάη σταυρώσανε το Μάη»

Για μια «Παράξενη Πρωτομαγιά» μας μίλησε ο  Νίκος Γκάτσος:

«Παράξενη πρωτομαγιά

μ’ αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια

ηρθ’ ο καιρός του «έχε γεια»

τι να την κάνεις πια την περηφάνια.

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά

σκοτάδι πέφτει και συννεφιά

ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές

σε κουρασμένες νεκρές ψυχές

Πρωτομαγιά

με το σουγιά

χαράξαν το φεγγίτη

και μια βραδιά

σαν τα θεριά

σε πήραν απ’ το σπίτι.

Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά

είδα το μπόγια να περνά και το φονιά

γύρευα χρόνια μες στον κόσμο να τον βρω

μα περπατούσε με το χάρο στο πλευρό»

Την Πρώτη Μαΐου τραγούδησε και ο   Μάνος  Λοϊζος

 σε δικούς του στίχους:

«Πρώτη Μαΐου κι απ’ τη Βαστίλη

ξεκινάνε οι καρδιές των φοιτητών

χίλιες σημαίες κόκκινες μαύρες

Ο Φρεδερίκο η Κατρίν και η Σιμόν

Μέσα στους δρόμους μέσα στο πλήθος

τρέχω στους δρόμους ψάχνω στο πλήθος

πού ειν’ το κορίτσι το κορίτσι που αγαπώ

Πες μου Μαρία μήπως θυμάσαι

κείνο το βράδυ που σε πήρα αγκαλιά

Πρώτη Μαΐου, όπως και τώρα

κι εγώ φιλούσα τα μακριά σου τα μαλλιά

Μέσα στους δρόμους μέσα στο πλήθος

τρέχω στους δρόμους ψάχνω στο πλήθος

πού ειν’ το κορίτσι το κορίτσι που αγαπώ 

Πρώτη Μαΐου μαύρα τα ξένα

κλείσε το τζάμι μην κρυώσει το παιδί.

Η Πρωτομαγιά ενέπνευσε και τον Άρη Αλεξάνδρου.

Στα τζάμια σου μπουμπουκιάζει η χτεσινή βροχή

τώρα που η παραλία ανάβει τα φανάρια της.

Ένα καΐκι στάθηκε καταμεσής στο πέλαγο. Γαλήνη.

Περίμενε δω με το βλέμμα στις σταγόνες

(δυο ανθισμένες γαλάζιες σταγόνες τα μάτια σου).

Περίμενε. Θα ξημερώσει.

Θέλω να σε ξέρω στο παράθυρο

αγναντεύοντας κατά τον τόπο της χαραυγής

νοσταλγώντας το περσινό καλοκαίρι.

(Τα νερά ν” ανασαίνουν ζεστασιά

το γυμνό σώμα της ημέρας πλαγιάζει μες στα στάχυα

κι ανάμεσα απ” τα δάχτυλα κρυφοκοιτάει μια παπαρούνα.)

Θέλω να σου χαρίσω ένα τόσο δα ουράνιο τόξο

τώρα στα γενέθλια της δεκαοχτάχρονης αυγής,

ένα λουλουδένιο δαχτυλίδι

μια υπόσχεση ελπίδας»