fbpx

«Απόλυτος τρόμος και ψυχροπολεμικός έρωτας ενσταλάζουν αίμα, νοσταλγία και ρομαντισμό», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Αρκετοί είναι οι φανς των splatter films που πιστεύουν ότι ο μετρ Τζον Κάρμπεντερ είναι ο γεννήτωρ των κινηματογραφικών psychο – serial killers με την δημιουργία του άλαλου μαχαιροβγάλτη Μάικλ Μάιερς στη «Νύχτα με τις Μάσκες» (Halloween) του 1978. Αμ δε! Τέσσερα χρόνια νωρίτερα ο σκηνοθέτης Τόμπι Χούπερ εξαπολύει στην μεγάλη οθόνη τον πρώτο σφαγέα, ανθρωπο-τέρας με το παρατσούκλι Leatherface, που ως σύγχρονος Αρμαγεδδών μετατρέπει τα ανθρώπινα σώματα σε κρεάτινα τεύχη, με την βοήθεια του αχώριστου αλυσοπριόνου του, φτιάχνοντας κομμάτια ικανά να ταΐσουν την κανιβαλο-οικογένεια του, κάπου στο Τέξας. «Ο Σχιζοφρενής Δολοφόνος με το Πριόνι» (The Texas Chain Saw Massacre) του 1974, βασισμένο σε μια αληθινή ιστορία, σηκώνει την αυλαία σε ένα νέο είδος σινε τρόμου, ικανό να γεμίζει τα ταμεία με χρήμα, αξιοποιώντας την χρυσοφόρο φλέβα σε πολλές συνέχειες.

Ακολούθησε το «Παρασκευή και 13» (Friday the 13th) στην αυγή των eighties του Σον Κάνινγκαμ με τον, επίσης, άηχο μακελάρη Τζέισον, για να ολοκληρωθεί το καρέ του τρόμου το 1984 με την πιο εφιαλτική, κυριολεκτικώς, φιγούρα του είδους, τον λαλίστατο, αιμοσταγή χιουμορίστα Φρέντι Κρούγκερ στον «Εφιάλτη του Δρόμου με τις Λεύκες» (A Nightmare on Elm Street), του, επίσης, μέγα Γουές Κρέιβεν.

Κοινό ενδιαφέρον των τεσσάρων, διάσημων κινηματογραφικών psychο – serial killers, ο «μεζές» τους δηλαδή, είναι τα ανυποψίαστα σχολιαροκόριτσα όχι πως κιοτεύουν στα αρσενικά εφηβάκια που θα μπουν εμπόδιο στο διάβα τους, αλλά στοχεύουν αποκλειστικά στο νεανικό, ανυπεράσπιστο θηλυκό – γυναίκα, ένεκα των αθεράπευτων συμπλεγματικών οιδιπόδειων με τις μαμάδες τους. Ηλεκτρικό πριόνι ο Leatherface, μαχαίρια, μπαλτάδες ο Μάιερς και ο Τζέισον, αιχμηρά, μεταλλικά ακροδάχτυλα ο Φρέντι είναι τα αναγκαία εργαλεία τους στην σκοτεινή περιοδεία τους. Μετρημένα jump scares, αμέτρητα ουρλιαχτά, τσιρίδες των θεατών επενδύουν ηχητικά την σκοτεινή αίθουσα κατά την διάρκεια των προβολών τους.

Βωβοί οι τρεις πρώτοι (με κάποια μουγκρητά ο θορυβώδης Leatherface, συντροφιά με τον ανατριχιαστικό ήχο του βενζινοκίνητου πριονιού), απαράδεκτα φλύαρος, πλακατζής για το είδος του τρόμου, ο Κρούγκερ. Μάσκες καλύπτουν τα πρόσωπα των τριών πρώτων (βαθιά σχισματικά άτομα, που δεν θέλουν την μορφή τους εκτεθειμένη στα ανθρώπινα βλέμματα), καμένο, φρικτό πρόσωπο φόρα παρτίδα με πλατύγυρο καπέλο, στιλ Ιντιάνα Τζόουνς, φορεμένο στο σκαμμένο κεφάλι του ο Φρέντι.

Τα πρώτα κινηματογραφικά επεισόδια αυτής της κολασμένης συντροφιάς είναι κορυφαία, τα δεύτερα κάπως ανεκτικά για να καταλήξουν, έπειτα, από πολλές κινηματογραφικές συνέχειες, παρωδίες που μόνο τον χαβαλέ και το κράξιμο προκαλούσαν. Το σπλατερικό είδος των psychο – serial killers από ένα σημείο και έπειτα κρεμιέται στο μανταλάκι του φαιδρού και οι νοσταλγοί καταπονούν τα βίντεο, τα dvd’s στη συνέχεια, από τα αμέτρητα παιξίματα των πρώτων εμφανίσεων της στοιχειωμένης τετράδας, βλέποντας ξανά και ξανά τις αρχικές ταινίες τους. Ώσπου το 1996 ο Γουές Κρέιβεν ανασταίνει το είδος από τον τάφο της μετριότητας με την «Κραυγή Αγωνίας» (Scream) και τον μαυροφορεμένο ρομπάτο serial killer με την σουρεαλιστική σκελετομουτσούνα, που θυμίζει λεπτομέρεια από έργο του Σαλβατόρ Νταλί. Ελπιδοφόρα η αναβίωση του είδους τρόμου με το αίμα των κολεγιοκόριτσων να ποτίζει, για μια ακόμα φορά, την μεγάλη οθόνη. Οι τσιρίδες βρίσκουν την φόρμα τους στην σκοτεινή αίθουσα, αλλά μηδέ Leatherface και Μάικλ Μάιερς, μηδέ Τζέισον και Φρέντι Κρούγκερ είναι. Το σκοτεινό υπόβαθρο, ο τρόμος και η τελετουργική ψυχασθένεια παρέδωσαν την σκυτάλη στην προβληματική λήξη της εφηβείας, για να ισορροπήσουν κάπως τα πράγματα το 2001 με το απόκοσμο, φτερωτό ον στην ταινία του Βίκτορ Σάλβα «Jeepers Creepers» σε παραγωγή του Φράνσις Φορντ Κόπολα.

Οι πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις που πλαισιώνουν τις παραπάνω ταινίες, χαράχτηκαν βαθειά στις ακουστικές μνήμες των σινεφίλ του cult movie, καταλήγοντας ως η διαλεκτική και ο εσωτερικός ήχος των άλαλων πρωταγωνιστών ανθρωπο-τεράτων. Όταν οι πρώτες μουσικές συλλαβές εισβάλλουν με θράσος στα ώτα μας, αίφνης, η πρώτη εικόνα που βγαίνει στην οθόνη του μυαλού μας είναι…

«Mandy»

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α., Καναδάς (2018)
  • Σκηνοθεσία: Πάνος Κοσμάτος
  • Με τους: Νίκολας Κέιτζ, Αντρεα Ράιζμπορο, Λάινους Ρόουτς, Μπιλ Ντιούκ
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Ένα απλό είδος τρόμου αριστοτεχνικά ειπωμένο. Τα γνωστά στοιχεία που περιλαμβάνει μια ταινία του είδους (ψυχεδέλεια, αποκρυφισμός, θάνατος, οργή και εκδίκηση) απλώνονται τόσο περίτεχνα στην δεύτερη σκηνοθετική δουλειά του Πάνος Κοσμάτος, που πραγματικά σε μαγνητίζει. Είναι ο ρυθμός της ταινίας που σε υποβάλλει, είναι η χρωματική της, είναι η φωτογραφία της, είναι η gothic φόρμα της ιστορίας, είναι η ίδια η αφήγηση, χέρι χέρι  με την υποβλητική μουσική του  Γιόχαν Γιόχανσον,  είναι η απόγνωση του Νίκολας Κέιτζ, που έχει καιρό να παίξει σε κάτι της προκοπής, είναι η μουσική έναρξη με το «Starless» των King Crimson, η «Μάντι» κατορθώνει να σταθεί στον αφρό της διαφορετικότητας του cult και να ξεχωρίσει όχι απλά ως ταινία γκορ τρόμου, αλλά ως τρομακτικό έργο τέχνης. Αναφέρω με παρρησία τις λέξεις «έργο τέχνης» για μια ταινία του είδους, για να κρατήσω ίσες και δίκαιες αποστάσεις σε όσους γράφουν και αναφέρονται περισπούδαστα περί «έργων τέχνης» μόνο στις ταινίες της ρεαλιστικής μυθοπλασίας, γιατί και αυτό το είδος σινεμά, του τρόμου δηλαδή, διαθέτει ένα ευρύ πεδίο δυνατοτήτων, που η εικόνα του – εάν και εφόσον είναι μάστορας ο σκηνοθέτης – αποτελεί «έργο τέχνης». Άλλωστε ο εξπρεσιονισμός ως καλλιτεχνικό κίνημα, εκτός της έντονης χρωματικής του, αγκάλιασε ασφυκτικά την καρδιά του ανθρώπινου τρόμου. Τρανό παράδειγμα η γνωστή σε όλους μας «Κραυγή» του Νορβηγού Έντβαρτ Μουνκ, που απεικονίζει την παραμορφωμένη και αγωνιούσα μορφή με φόντο τον ουρανό σε χρώμα άλικο, όπως του αίματος. Το ανθρώπινο είδος συντρίβεται από τον υπαρξιακό τρόμο. Για αυτό αφήστε κατά μέρος την σνομπαρία και τον ελιτισμό, γιατί η γόνιμη έκφραση του σινεμά διαθέτει Κάλλος και στις ταινίες φρίκης, καθώς το Κάλλος ενυπάρχει παντού, ορατόν και αόρατον.

Αναφέραμε πως το σενάριο είναι απλό ως προς την πλευρά της πλοκής. Το 1983 (κομβική η χρονολογία, καθώς στην δεκαετία του ογδόντα ρυθμίστηκαν με την ακρίβεια ελβετικού ρολογιού όλες οι οικονομικο-κοινωνικο-πολιτικές δυνάμεις σε κοινό μέτωπο ως προς την σταδιακή εξόντωση του ανθρώπινου είδους), η Μάντι (Αντρεα Ράιζμπορο – πολύ καλή) και ο Ρεντ (Νίκολας Κέιτζ- επιτέλους ξύπνησε από τον λήθαργο της ανοησίας) είναι ένα ερωτευμένο ζευγάρι με διαφορετικές απόψεις και θέσεις από τους υπόλοιπους (η Μάντι διαβάζει μεσαιωνικά, ρομαντικά μυθιστορήματα της Tor Books), ζουν απομονωμένοι στο ξύλινο σπίτι τους στην καρδιά του δάσους. Ευαίσθητη, αλαφροΐσκιωτη και καλλιτέχνης η Μάντι αγαπάει τον σύντροφό της Ρεντ, που είναι εργαζόμενος σε μια τοπική εταιρεία ξυλείας. Στο φυσικό ήρεμο τοπίο το ζευγάρι βιώνει την ελευθερία μακριά από τα τοξικά, αστικά προϊόντα υποκουλτούρας. Ξαφνικά μια ολιγομελής αίρεση παραφρόνων, φουλ στην ντρόγκα, με αρχηγό τον Τζερεμάια (Λάινους Ρόουτς  – άψογος), που είναι περαστικοί και επιδίδονται σε αποκρυφιστικές τελετές συνοδευόμενες από διάφορα ψυχόρτοπα, βάζουν στο μάτι την Μάντι και την απάγουν από το σπίτι μαζί με τον Ρεντ, βοηθούμενοι από μια απόκοσμη ομάδα μοτοσυκλετιστών.

Ο Τζερεμάια ως δαιμονικός Χριστός θέλει να κάνει δική του την Μάντι, νύφη και εξ΄ αριστερών του ιέρεια, αλλά η γυναίκα υπό την επήρεια ουσιών τον χλευάζει και ο αιρεσιάρχης την καίει ζωντανή μπροστά στα μάτια του άνδρα της. Η σέκτα που αποτελείται από εντελώς άρρωστους και υποταγμένους οπαδούς εγκαταλείπει το δάσος, την Μάντι νεκρή και τον Ρεντ πληγωμένο και δεμένο με αγκαθωτό σύρμα σε ένα δένδρο. Ο άνδρας απελευθερώνεται και συντετριμμένος από την απώλεια της αγαπημένης του, αλλά και την ανθρώπινη φρίκη ξεκινάει το οδοιπορικό της εκδίκησης σαν μαύρος ιππότης εξολοθρευτής, σαν ημίθεος τιμωρός βυθισμένος στο βασίλειο τού προσωπικού του σκότους.

Οκτώ χρόνια μετά από το φουτουριστικό «Beyond the Black Rainbow», ο 44χρονος Ιταλο-Καναδός, με την ελληνική καταγωγή σκηνοθέτης και σεναριογράφος Πάνος Κοσμάτος (γιός του σκηνοθέτη Τζόρτζ Κοσμάτος – «Το Πέρασμα της Κασσάνδρας», «Απόδραση στην Αθήνα», «Κόμπρα», «Ράμπο 2»), καταπιάνεται με το θέμα της εκδίκησης, φιλμαρισμένο από μια ιδιαίτερη οπτική. Ενώ η ταινία αναφέρεται στον σύγχρονο κόσμο (1983), όλη η δομή της είναι η ιστορία ενός ανθρώπου εναντίον τεράτων που έχουν ανθρώπινη μορφή. Μοιάζει με καλοστημένο γοτθικού τύπου μυθιστόρημα, που ο χαροκαμένος ήρωας μετασχηματίζεται σε ανελέητο τιμωρό δίχως αύριο να τα βάζει με τον κακό δαίμονα. Το σκηνικό είναι άψογα προσαρμοσμένο στις κινηματογραφικές οπτικές του Κάρπεντερ, του Κρόνεμπεργκ και του Αρτζέντο, που προφανώς είναι και το σινεμά με το οποίο μεγάλωσε και τράφηκε καλλιτεχνικά ο Κοσμάτος. Η φωτογραφία του Μπέντζαμιν Λόεμπ μετασχηματίζεται συνεχώς από την γαλήνια και ήρεμη διάσταση της συνύπαρξης του χίπικου ζεύγους σαν μεσαιωνική καρτ ποστάλ με νεράιδες και ξωτικά του δάσους, σε μια άνευ προηγουμένων κατάβαση στο έρεβος, παίζοντας με τις διαβαθμίσεις του εκτυφλωτικού, κόκκινου χρώματος. Ο σχεδιασμός παραγωγής του Χιούμπερτ Πουίλ άψογος, που με το χαμηλό budget των έξι εκατομμυρίων δολαρίων έβγαλε λαγούς από το καπέλο. Η μονομαχία με τα αλυσοπρίονα, επί παραδείγματι, είναι άψογη, σημείο αναφοράς στο σινεμά του τρόμου.

Η πρωταγωνιστική τριάδα:  Ο Νίκολας Κέιτζ, που εγέρθηκε εκ του βαθέως ύπνου και είναι πολύ καλός, η Άντρεα Ράιζμπορο («Η Μάχη των Φύλων», «Birdman», «Oblivion») υπέροχη στον ρόλο της αέρινης, εύθραυστης, απαλής, αλλά ουράνιας Μάντι και ο Άγγλος Λάινους Ρόουτς («Non-Stop», «Batman Begins»), εντελώς μεταμορφωμένος στον ρόλο του Τζερεμάια, σκίζουν. Ο Κοσμάτος σε σενάριο δικό του (αρκετά διαβασμένος στην αποκρυφιστική αθέατη πλευρά της ιστορίας, όπως το  princep με την πέτρα-βούκινο Αμπράξας, βγαλμένο από τον ελληνικό, μαγικό πάπυρο, που προσκαλεί τους μακελάρηδες δαίμονες, ας πούμε τώρα), χειρίζεται την κάμερα δεξιοτεχνικά, φιλμάροντας το σινεμά που γουστάρει και το κάνει μαστόρικα, ραντισμένο με νοσταλγικές στάλες μιας δεκαετίας που άφησε έντονο το στίγμα της. Εξαιρετική, βίαιη και παραμυθένια η Μάντι του Κοσμάτου. Η ηλεκτρονική μουσική του Γιόχανσον απίθανη. Να γράψω, πως η ταινία είναι ειδικά φορμαρισμένη για τους λάτρεις του είδους; Όχι, το καλό σινεμά είναι για όλους, ακόμα κι αν υπάρχουν σε αυτό στιγμές που σε ανατριχιάζουν.        

«Η Νύχτα με τις Μάσκες»

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν
  • Με τους: Τζέιμι Λι Κέρτις, Τζούντι Γκριρ, Αντι Μάτιτσακ, Χαλούκ Μπιλίντζερ, Γουιλ Πάτον, Νικ Καστλ
  • Διάρκεια: 105’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Η «Νύχτα με τις Μάσκες» ή γνωστότερο ως «Halloween», εκείνο το πρώτο του «αρχηγού» Τζον Κάρπεντερ, που πλαγιοδρόμησε αριστοτεχνικά, τοποθετώντας το σινεμά τρόμου στην διάσταση «τα έκανα επάνω μου από τον φόβο μου» άφησε εποχή. Έτος 1978 και η εμφάνιση του Μάικλ Μάιερς στο άσπρο πανί μαύρισε τα όνειρα μας. Είχε προηγηθεί, βέβαια το 1974 ο Leatherface με το ηλεκτρονικό πριόνι, αλλά εκείνος ζούσε στα βαλτοτόπια και τα δάση του Τέξας. Ο Μάιερς του Τζον Κάρπεντερ ξεπήδησε γιορτινή ημέρα από το διπλανό, αστικό σπίτι με την απωθητική μάσκα, την φόρμα εργασίας του βενζινάδικου και το μπουγατσομάχαιρο στο χέρι για να κτίσει τον εφιάλτη μιας ολόκληρης γενιάς, κυνηγώντας την 20χρονη Λόρι. Ακολούθησε ένα δεύτερο καλούστικο «Halloween» το 1981, με το ίδιο καστ (Τζέιμι Λι Κέρτις – Ντόναλντ Πλέζανς) σκηνοθετημένο από τον Ρικ Ρόζενταλ  αλλά η απουσία του καρπεντερικού πνεύματος ήταν αισθητή. Ο Μάιερς συνέχισε να τρομοκρατεί και να σφάζει σε, περίπου, έξι franchise, κανένα όμως δεν έφτασε να αγγίξει το δυσθεώρητο ύψος εκείνου το πρώτου.

Ο σκηνοθέτης της «Φούντας Εξπρές» (Pineapple Express – 2008) και του «Joe: Μια δυνατή Φιλία» (Joe – 2013), Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν με μονοκοντυλιά διαγράφει όλα τα φαιδρά, ενδιάμεσα, κινηματογραφικά επεισόδια «Halloween», ξεκλειδώνοντας την πόρτα του 1978, για να βγει στην πιάτσα, 40 χρόνια μετά, ο ψυχοπαθής Μάιερς. Θήραμα του, η ώριμη πια και τζαζεμένη Λόρι. Το πέρασμα του γεμάτο πτώματα. Η φωνή του μακελάρη με το ανέκφραστο, φοβικό προσωπείο ανύπαρκτη. Ο ήχος του, η αναπνοή του είναι η μοναδική μουσική της ταινίας, τι άλλο, φτιαγμένη ξανά από τον δημιουργό του, τον σύγχρονο «δόκτορα Φράνκενσταϊν», τον Τζον Κάρπεντερ και του υιού του, Κόντι Κάρπεντερ, απόλυτα προσαρμοσμένη στην γνωστή διαλεκτική του «Halloween», αλλά εν έτη 2018. Το κινηματογραφικό αποτέλεσμα κολασμένα εξαίσιο. Το στοίχημα κερδήθηκε… Νέτα σκέτα!

Σενάριο απλό, βατό, κατανοητό πέρα για πέρα ατμοσφαιρικό να κτυπά μέσα του ρυθμικά, φοβικά και καλά αιματωμένη η καρδιά του «Halloween» του 1978. Δυο Άγγλοι δημοσιογράφοι ενδιαφέρονται για το φαινόμενο Μάικλ Μάιερς σε μια έρευνα τους και επισκέπτονται το ίδρυμα φυλακή ύψιστης ασφάλειας που είναι έγκλειστος ο δολοφόνος 40 χρόνια. Τον παρακολουθεί ο αντικαταστάτης του γιατρού Λούμις (τότε ήταν ο ηθοποιός Ντόναλντ Πλέζανς), ο δρ. Σαρτάιν (Χαλούκ Μπιλίντζερ – καλός), ο οποίος θεωρεί τον Μάικλ έργο της ζωής του και σχεδόν γοητευμένος από τα κτηνώδη ένστικτα του δολοφόνου προσπαθεί να κατανοήσει την πηγή των ορέξεων του ψυχάκια για σφαξίματα.

Με κρατική διαταγή αποφασίζεται να μεταφερθεί ο Μάιερς σε άλλο σωφρονιστικό ίδρυμα, όπου κατά την μεταφορά του προκύπτει ατύχημα στο λεωφορείο των φυλακών και ο ψυχοπαθής δολοφόνος απελευθερώνεται. Φοράει την μάσκα του και αρχίζει να σκορπά τον θάνατο μέχρι να φτάσει στην Λόρι. Η εξηντάχρονη Λόρι Στρόουντ (Τζέιμι Λι Κέρτις – χάρμα οφθαλμών) με άσπρα μαλλιά, νοητικά ψιλοσαλεμένη από την τραυματική εμπειρία της νιότης της με τον Μάικλ Μάιερς, ζει απομονωμένη, κάργα οπλισμένη και ετοιμοπόλεμη σε περίπτωση που θα εμφανισθεί ξανά στην ζωή της ο ψυχάκιας.  Εντελώς αντικοινωνική η Λόρι, έχει παντρεμένη κόρη, την Κάρεν (Τζούντι Γκριρ – καλή) και εγγονή, την έφηβη Άλισον (Αντι Μάτιτσακ – καλή), αλλά λόγω της «γεια σου» συμπεριφοράς της η οικογένεια – εκτός της εγγονής που αγαπάει την γιαγιά της – την έχει απομακρύνει από τα πολλά πάρα δώσε. Άλλωστε η ιστορία μας αφηγείται πως η κόρη της Λόρι υπέφερε από την μανία της υπερπροστατευτικής μάνας με αποτέλεσμα η πρόνοια να απομακρύνει την θυγατέρα από την μητέρα.

Ο Μάικλ Μάιερς είναι ελεύθερος, γεμίζει ξανά πτώματα το Χάντοφιλντ και ψάχνει για την grandma Λόρι για να κλείσει την εκκρεμότητα. Ο τοπικός σερίφης Χόουκινς (Γουίλ Πάτον – που εξαφανίστηκες υπέροχε ηθοποιέ;) βρίσκεται στο κατόπι του serial killer και είναι ο μοναδικός που συντονίζεται άψογα στο ίδιο μήκος κύματος με τις ανησυχίες της Λόρι.

Η πόλη διασκεδάζει γιορτινά το Halloween και ο Μάικλ με το μαχαίρι μπαινοβγαίνει από σπίτι σε σπίτι κατακρεουργώντας γυναίκες, άνδρες, κορίτσια. Η μεγάλη συνάντηση θα γίνει στο σπίτι-φρούριο της Λόρι, εκεί όπου το παρελθόν θα ανταμώσει το παρών σε μια φιέστα αγωνίας και αίματος, όπως την παλιά καλή εποχή. Ω ναι, θα τσιρίξετε αρκετά!!!      

«Ψυχρός Πόλεμος»

(Cold War / Zimna Vojna)

 

  • Είδος: Ερωτικό, κοινωνικό, πολιτικό
  • Παραγωγή: Πολωνία, Γαλλία, Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Πάβελ Παβλικόφσκι
  • Με τους: Τζοάνα Κούλιγκ, Τόμας Κοτ, Μπόρις Σικ, Αγκάτα Κουλέζα, Σεντρίκ Καν, Ζαν Μπαλιμπάρ
  • Διάρκεια: 88’
  • Διανομή: Seven Films – StraDa Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Σκηνοθεσίας Φεστιβάλ Καννών 2018

Άριστός κινηματογραφιστής ο Πολωνός σκηνοθέτης Πάβελ Παβλικόφσκι (Ida), δίνοντας έμφαση στο στιλ και την γοητεία του ασπρόμαυρου πλάνου, μας κρατάει και εδώ, όπως και στην προηγούμενη ταινία του, στην πατρίδα του, την Πολωνία, ζωγραφίζοντας μια μεταπολεμική, μοιραία, ερωτική ιστορία με πολιτικές προεκτάσεις. Ένα όμορφο χτένισμα μνημών, μια καλαίσθητη αποτύπωση των πέτρινων χρόνων του σταλινισμού, διατηρώντας το επίκεντρο του ολέθριου έρωτα ανάμεσα σε δυο διαφορετικούς και σφόδρα ερωτευμένους ανθρώπους της μουσικής τέχνης, ο «τυπάς» Πολωνός  auteur συντηρεί αναμμένο τον πυρσό της κινηματογραφικής σχολής των σπουδαίων ομοεθνών του:  Αντρέι Βάιντα, Αντρέι Ζουλάφσκι, Ρομάν Πολάνσκι, Κριστόφ Κισλόφσκι.

Αν και το κινηματογραφικό ύφος του διακρίνεται από μια δωρική αυστηρότητα, και πολλές φορές η αντιμετώπιση των θεμάτων που πραγματεύεται επιδεικνύει μια αφ΄ υψηλού οπτική, η μελαγχολική ζεστασιά που εκπέμπει σε αρκετά σημεία του σεναρίου, οπότε και στην κινηματογράφηση του σε οδηγούν να συνεχίσεις να ακολουθείς την αφηγηματική του πορεία, που κρατάει μια δεκαπενταετία, ταξιδεύοντας σε Παρίσι, Ανατολικό Βερολίνο και Σπλιτ. Έχει ενδιαφέρον ο Παβλικόφσκι, παρ΄ ότι η προηγούμενη του «Ida» δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε, ούτε το «Τελευταίο Καταφύγιο» του 2000 θα το χαρακτήριζα κάτι το εξαιρετικό. Ο Πολωνός σκηνοθέτης είναι τεχνίτης σε σημείο άκρατου ναρκισσισμού, κάτι που προσωπικά το θεωρώ προτέρημα και όχι μειονέκτημα, καθώς για τον κάθε καλλιτέχνη το κάθε ξεχωριστό έργο του είναι και ο προσωπικός του καθρέπτης. Η ταινία περιστοιχίζεται από υπέροχες διασκευές τζαζ μουσικής και πολωνικά, λαϊκά τραγούδια επιμελημένα από τον συνθέτη Μαρσίν Μασέσκι και τόσο η πρωταγωνίστρια Τζοάνα Κούλιγκ – πραγματικά φέρνει στην Ζαν Μορό – , όσο και ο Τόμας Κοτ είναι ένα κινηματογραφικό ζευγάρι που ο φακός της κάμερας τους λατρεύει.

Το σενάριο, όπως ο ίδιος ο σκηνοθέτης αναφέρει που το έγραψε, είναι εμπνευσμένο από τους γονείς του (κρατάει τα ίδια όνομα στους ήρωες του), που έφυγαν από την ζωή το 1989 λίγο πριν γκρεμιστεί το Τείχος του Βερολίνου. «Ήταν δύο δυνατοί, υπέροχοι άνθρωποι, αλλά σαν ζευγάρι ήταν ολοκληρωτική καταστροφή» αναφέρει ο ο Πάβελ Παβλικόφσκι. Έτσι, ο νυμφευμένος πιανίστας Βίκτορ (Τόμας Σκοτ – πολύ καλός) και η νεαρή, τραγουδίστρια – χορεύτρια Ζούλα (Τζοάνα Κούλιγκ –επίσης πολύ καλή) γνωρίζονται στα συντρίμμια της μεταπολεμικής Πολωνίας, εν μέσω μιας ακροάσεως ως προς την αναζήτηση νέων, ταλαντούχων καλλιτεχνών, που θα αποτελέσουν ένα διάσημο μουσικοχορευτικό σχήμα κάτω από την ομπρέλα της κομουνιστικής προπαγάνδας.

Οι δυο εραστές παγιδεύονται σε έναν μοιραίο έρωτα που τους καταδικάζει να βρίσκονται δεμένοι ο ένας με τον άλλον, αλλά και λυτοί, καθώς στην ευκαιρία για να αυτομολήσουν στην Δύση, η Ζούλα αρνείται, προβληματισμένη, ότι ο δυτικός κόσμος ίσως να μην είναι αυτός που θα της προσφέρει την ασφάλεια, την οποία απολαμβάνει στην Πολωνία. Οι πολιτικές συνθήκες, τα ελαττώματα τους, αλλά και μια σειρά από ατυχείς συγκυρίες χωρίζουν και ενώνουν τους δυο ανθρώπους σε έναν έρωτα διαχρονικά αδύνατο.      

«Η Διαπαιδαγώγηση της Κάμερον Ποστ»

(The Miseducation of Cameron Post)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ντέζιρε Άκαβαν
  • Με τους: Κλόι Γκρέις Μορέτς, Τζον Γκάλαγκερ Τζ., Σάσα Λέιν, Φόρεστ Γκούντλακ, Τζένιφερ Ιλι
  • Διάρκεια: 91’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής Φεστιβάλ Σάντανς 2018

Στην δεύτερη σκηνοθετική απόπειρα της 34χρονης Νεοϋρκέζας, ιρανικής καταγωγής Ντέζιρε Άκαβαν καταπιάνεται με τις εφηβικές λεσβιακές σχέσεις και την αντιμετώπιση αυτών από το χριστιανικό, οικογενειακό περιβάλλον και την ίδια την κοινωνία. Η ίδια η Άκαβαν αυτοπροσδιορίζεται ως αμφιφυλόφιλη γυναίκα και οι ταινίες της, όπως και οι δουλειές της στην τηλεόραση περιστρέφονται στην συγκεκριμένη θεματολογία.

 

Η μελαγχολική παρουσία της 21χρονης ηθοποιού Κλόι Γκρέις Μορέτς («Carrie», «The Equalizer», «Αν Μείνω», «Kick-Ass 1 & 2»), την οποία εκτιμώ, ως πολύ καλό ταλέντο, που σύντομα θα λάμψει δίνει την απαραίτητη ώθηση στην ιστορία της Άκαβαν σε μια εκπληκτική ερμηνεία της. Το σενάριο βασίζεται στο νεανικό μυθιστόρημα της καθηγήτριας Έμιλυ Μ. Ντάνφορτ. Με συμβατική και νοικοκυρεμένη την σκηνοθετική της γραφή η Άκαβαν, παρατηρώντας και ταυτόχρονα συμμετέχοντας θέτει την ενηλικίωση στον φακό της, αφηγούμενη την ιστορία της ορφανής, έφηβης, λεσβίας Κάμερον, που οι θείοι της την οδήγησαν σε ένα χριστιανικών μεθόδων campus για να «διορθώσει» τις σεξουαλικές της προτιμήσεις. Το αιώνιο πρόβλημα, βέβαια, της άρνησης των ανθρώπων να αποδεχθούν την σεξουαλική διαφορετικότητα των ανθρώπων, και δη των εφήβων, είναι αρκετά παιγμένο στην μεγάλη οθόνη, αλλά πάντα επίκαιρο, καθώς ο έφηβος δεν έχει την δυνατότητα της όποιας αντίδρασης ή αντίρρησης στις τυραννικές επιλογές των κηδεμόνων, που αποσκοπούν στην εναρμόνιση του με τα κοινωνικά πρότυπα. Όπως άδει και ο Γιάννης Μηλιώκας, «για το καλό μου…».

Η Κάμερον Ποστ (Κλόι Γκρέις Μορέτς – πολύ καλή) είναι, φαινομενικά, το πρότυπο της μαθήτριας λυκείου. Ορφανή και τοποθετημένη στην φροντίδα των θείων της προσπαθεί να ενηλικιωθεί. Τα πράγματα αλλάζουν όταν την πιάνουν στα πράσα με μία συμμαθήτριά της στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου τη βραδιά του σχολικού χορού. Η θείτσα με τον θείτσο αποφασίζουν «για το καλό της» να την στέλνουν σε ένα κέντρο επαναπροσδιορισμού και θεραπείας για έφηβους που «πάσχουν» από ερωτική έλξη για άτομα του ίδιου φύλου, που ο εκεί πάστορας είναι πρώην ομοφυλόφιλος και νυν θεραπευμένος.

Στο κέντρο αναμόρφωσης, η Κάμερον υπόκειται σε εξωπραγματική πειθαρχία, αμφίβολες μεθόδους «απo-ομοφυλοποίησης», φουλ προσευχή και τραγούδια χριστιανικής ροκ. Όμως, αυτό το παράδοξο μέρος της προσφέρει, ταυτόχρονα, τη δυνατότητα να συμμετέχει σε μια γκέι κοινότητα, αποτελούμενη από νέους, που θέλουν να αρπάξουν την ζωή στα χέρια τους. Για πρώτη φορά, η Κάμερον έρχεται σε επαφή με άτομα που της μοιάζουν και καταφέρνει να βρει τη δική της θέση ανάμεσα σε άλλους «απόβλητους».        

«Τυφλό Σημείο»

(Blindspotting)

 

  • Είδος: Κοινωνική σάτιρα, δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κάρλος Λοπέζ Εστράδα
  • Με τους: Ραφαέλ Καζάλ, Νταβίντ Ντιγκς, Τζανίνα Γκαβανκάρ
  • Διάρκεια: 95’
  • Διανομή: Odeon

Θρησκείες, πολιτικές ιδεολογίες, ευρύτερες κοσμοθεωρίες, κοινωνικές πεποιθήσεις, οικονομική σταθερότητα άπαντα αποδυναμωμένα μέχρι αυτοκτονίας. To the point, δηλαδή, οι γειτονιές αλλάζουν, οι άνθρωποι που μεγάλωσαν σε αυτές βιώνουν το μοδάτο, την πρόοδο, τον λαϊκισμό και την κατάρρευση των κάποτε γερών θεμελίων που ένωνε οικογένειες, νοοτροπίες, φιλίες σε μερικά οικοδομικά τετράγωνα. Όλα μεταμορφώθηκαν στο αλλόκοτο και στο φινάλε του ονείρου που μετατράπηκε σε εφιάλτη είναι το οπλισμένο περίστροφο στο χέρι του αναλώσιμου, έγχρωμου ανθρώπου να σημαδεύει τον πραιτοριανό δολοφόνο, που την έβγαλε λάδι. Τα λόγια της απόγνωσης βγαίνουν ποιητικά με θυμό, ραπάροντας σαν ελεγεία για τα γεγονότα του ηττημένου αγαθοδαίμονα.

Ο λευκός συγγραφέας και ποιητής Ράφαελ Κασάλ και ο Αφρο-Αμερικανός ράπερ και ηθοποιός Νταβίντ Ντίγκς, χρόνια φίλοι οι δυο τους, γράψανε το σενάριο και πρωταγωνιστούν στην ταινία, που αναφέρεται στην φιλία, που άνθισε στην αγαπημένη τους πόλη, την παιδική τους γειτονιά, όταν αυτή μετασχηματίστηκε άρδην σε ένα άνευρο σουλάτσο politically correct μικροαστών, που τρέφονται με υγιεινές τροφές και συζητούν σαν ζόμπι, λαμβάνοντας ταυτότητες που δεν τους ανήκουν και δεν μπορούν να υπερασπιστούν. Εύστοχα προβοκατόρικη και η στάμπα στο μακό του Καζάλ, «Kill the Hipsters» (Σκοτώστε τους χιπστεράδες), που το φοράει προσκεκλημένος σε ένα ξενέρωτο πάρτι με μοδάτες βίγκαν διατροφικές επιλογές, που οργάνωσε ένας βουτυράτος μικροαστούλης, θύμα της ποπ κουλτούρας. 

Η ισοπεδωτική ερημιά του παρόντος, εν ονόματι της γαμημένης «προόδου» προσπαθεί να αγκιστρωθεί στις μνήμες του παρελθόντος μιας πόλης που κάποτε είχε ρυθμό, ένταση, ψυχή και ανθρωπιά. Όπως άλλωστε όλες οι πόλεις πια, όλες οι γειτονιές που αλλοτριώθηκαν από κάθε είδους βαρβαρίλα και μοντερνισμού.  

Αυτό που προσωπικά θεωρώ δύσκολο και χρειάζεται μαστοριά για να επιτευχθεί είναι όταν κάτω από τις φτερούγες της καλής διάθεσης, του χαβαλέ, της πλακίτσας και της άνεσης ανάμεσα σε επιστήθιους φίλους, ζεσταίνεται το δράμα για να ξεπηδήσει σαν πεινασμένη κόμπρα έτοιμη να καταπιεί τα πάντα. Κι αυτό οι δυο σεναριογράφοι το διαχειρίζονται κάπως αδέξια, ενώ η κάμερα του μικρομηκά σκηνοθέτη Κάρλος Λοπέζ Εστράδα, που με το «Τυφλό Σημείο» ντεμπουτάρει στην μεγάλη οθόνη, δεν μπορεί να το κεντράρει κατάλληλα στο δια ταύτα.  

O Κόλιν (Νταβίντ Ντίγκς – πολύ καλός) είχε καταδικαστεί για ξυλοδαρμό και προσπαθεί να περάσει τις τελευταίες τρεις ημέρες της αστυνομικής του επιτήρησης όσο πιο ομαλά γίνεται, στην ύστατη προσπάθειά του να κάνει ένα νέο ξεκίνημα. Μαζί με τον καλύτερο, παιδικό του φίλο τον Μάιλς (Ραφαέλ Κασάλ, επίσης πολύ καλός), που έχει μαύρη σύντροφο και παιδί μαζί της, εργάζονται σε μια εταιρεία μετακομίσεων στο Όουκλαντ της Καλιφόρνιας, μιας μικρή πόλης του κόλπου, που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Μια νύχτα ο Κόλιν οδηγώντας το φορτηγό της εταιρείας και ενώ περιμένει να ανάψει το κόκκινο φανάρι γίνεται αυτήκοος και αυτόπτης μάρτυρας ενός λευκού αστυνομικού (Ίθαν Έμπρι – καλός) να δολοφονεί εν ψυχρώ έναν κυνηγημένο, άοπλο, μαύρο πολίτη, που παρακαλάει τον αστυνομικό να μην πυροβολήσει. Το περιστατικό στοιχειώνει τον Κόλιν και αρχίζει να έχει εφιάλτες και ψευδαισθήσεις.

 Ο λευκός Μάιλς το αντιμετωπίζει ως λογικοφανές γεγονός που συμβαίνει στο Όουκλαντ από το 1960. Εν τω μεταξύ αγοράζει ένα παράνομο όπλο από έναν φίλο για αυτοπροστασία, κάτι που αποδοκιμάζει έντονα ο Κόλιν. Οι δύο παιδικοί φίλοι έρχονται σε ρήξη, τα πράγματα σοβαρεύουν μεταξύ τους, ώσπου μια δουλειά της εταιρείας μετακομίσεων στέλνει το δίδυμο στο σπίτι του αστυνομικού που δολοφόνησε τον μαύρο.

Ωραία ταινία, σύγχρονη και μοντέρνα ματιά στις κοινωνικές αλλαγές που επηρεάζουν συθέμελα την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, καλλιτεχνική καταγγελία στην άσκοπη βία των αστυνομικών αρχών προς τους αφρο-αμερικανούς πολίτες και στακάτο ανάθεμα στην οπλοκατοχή και την οπλοχρησία. Ο Ραφαέλ Καζάλ και ο Νταβίντ Ντιγκς, που είναι φίλοι εκτός κινηματογραφικών πλατό (βγαίνει αέρα στην ερμηνευτική τους απόδοση αυτή η σχέση), είναι ένα δίδυμο πρόταση στα καλλιτεχνικά πράγματα και ελπίζω να έχουν εύφορη συνέχεια και να τους συναντήσουμε ξανά.   

«Εντιμότατοι Κλέφτες»

(King of Thieves)

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζέιμς Μαρς
  • Με τους: Μάικλ Κέιν, Τζιμ Μπρόουντμπεντ, Τομ Κόρτνεϊ, Τσάρλι Κοξ, Πολ Γουάιτχαουζ, Μάικλ Γκαμπόν, Ρέι Γουίνστοουν, Φραντζέσκα Άνις
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: Spentzos Film

Είναι η δεύτερη ταινία του Άγγλου σκηνοθέτη Τζέιμς Μαρς μέσα στο 2018. «Η Μέρα της Επιστροφής μου» με τον Κόλιν Φερθ στον ρόλο του ιστιοπλόου και τώρα οι «Εντιμότατοι Κλέφτες». Η αλήθεια είναι το μεγάλο ριφιφί τον Απρίλιο του 2015, πάνω στην τριήμερη αργία του Καθολικού Πάσχα, στο θησαυροφυλάκιο του Λονδίνου, το γνωστό και σιδερόφρακτο Χάτον Γκάρντεν με λεία, περίπου, τα 14 εκατομμύρια στερλίνες. Την χαρακτήρισαν ως την ληστεία του αιώνα. Η αλήθεια είναι, ότι οι ληστές δεν ενοχλήθηκαν καθόλου κατά την διάρκεια του έργου τους και μάλιστα διέκοψαν για λίγες ώρες, λόγω βλάβης ενός υδραυλικού γρύλου, έφυγαν, ψώνισαν έναν καινούργιο και επέστρεψαν την επόμενη μέρα για να ολοκληρώσουν απρόσκοπτα την δουλειά τους. Το αστείο της υπόθεσης είναι, ότι ο ιθύνων νους της ληστείας είναι ένας 77χρονος «συνταξιούχος» ληστής και οι συνεργοί του, βετεράνοι ληστές, ηλικίας εβδομήντα φεύγα. Το πικρό της υπόθεσης, με αυτό που ασχολείται, τέλος πάντων, ο σκηνοθέτης Τζέιμς Μαρς είναι, ότι τα γερούνδια, καθότι παράνομοι στα νιάτα τους, έχουν σκατοχαρακτήρα, που καλύπτεται από τις ηλικιωμένες, συμπαθητικές, ρυτιδιασμένες φατσούλες τους και την σωματική τους ανυμποριά με τα δεκάδες προβλήματα και παθήσεις.

 

Ο Μπράιαν Ρίντερ (Μάικλ Κέιν – τα λόγια είναι φτώχεια) πρώην ληστής απολαμβάνει τα ώριμα χρόνια της ζωή του μαζί με την αγαπημένη του γυναίκα Λιν (Φραντζέσκα Άνις – καλή), ξοδεύοντας χρήμα από τις λείες των ληστειών που είχε διαπράξει στο παρελθόν. Δυστυχώς η λατρεμένη του Λιν φεύγει από την ζωή ξαφνικά κτυπημένη από καρκίνο, δίνοντας την υπόσχεση ο Μπράιαν να μην μπλέξει ποτέ. Ο νεαρός κομπιουτεράς Μπάζιλ (Τσάρλι Κοξ –καλός) προσφέρει στον Μπράιαν την πληροφορία, ότι έχει την δυνατότητα να μπει στο θησαυροφυλάκιο Χάτον Γκάρντεν, εκεί που οι περισσότεροι κοσμηματοπώλες φυλάνε σε θυρίδες πολύτιμες πέτρες, κοσμήματα και μετρητά. Ο 77χρονος άνδρας, μόνος και δίχως την Λιν υποκύπτει στον πειρασμό να ληστέψει το θησαυροφυλάκιο.

Συγκεντρώνει την συμμορία, με τους ηλικιακά κοντοκληρούχες τους, τον Κένι Κόλινς (Τομ Κόρτνι – καλός) , τον Τέρι Πέρκινς (Τζιμ Μπρόουντμπεντ, παρότι έχει γλυκιά φάτσα και δύσκολα σκοτεινιάζει σε ρόλο καθάρματος, δυσκολεύεται εδώ κάπως να το παίξει κακός), τον Καρλ Γουντ (Πολ Γουάιτχαουζ – καλός) και τον νεαρότερο όλων κατά μια δεκαπενταετία, τον Ντάνι Τζόουνς (Ρέι Ουίνστοουν – τρελή, μπρουτάλ αγγλόφατσα που την γουστάρω απεριόριστα). Σε ένα διήμερο γεμάτο γκάφες, απροσεξίες και πειράγματα μεταξύ τους, τελικά, τα γερόντια αποψιλώνουν τις θυρίδες του Χάτον Γκάρντεν και στο τραπέζι της μοιρασιάς αρχίζουν τα παρατράγουδα, οι καυγάδες και οι αποχωρήσεις, ενώ περιμένει ο γηραιός, αφασίας τύπος Μπίλι δε Φις Λίνκολν (Μάικλ Γκαμπόν – μικρός ρόλος αλλά όπως πάντα υπέροχος) να «σπρώξει» τα τιμαλφή στους κατάλληλους ανθρώπους και να γίνουν ρευστό. Οι διαρροές αρχίζουν και η Σκότλαντ Γιάρντ ξεκινάει την αλιεία των μαραμένων «μπουμπουκιών». Η έκπληξη όμως είναι άλλου, που θα την απολαύσετε παρακολουθώντας την ταινία.

 

«Είναι πολλά τα λεφτά, Άρη», κραυγάζει ο αείμνηστος Σπύρος Καλογήρου και πάνω εκεί αρχίζουν να αναδύονται οι απατεωνιές, οι λαμογιές, τα ψέματα, οι κατηγόριες μεταξύ τους και φυσικά το ρίξιμο στην μοιρασιά. «Μια φορά κλέφτης, πάντα κλέφτης», έγραφε ο Νίκος Τσιφόρος και ελάχιστοι είναι οι στιλάτοι, έντιμοι ληστές, όπως καλή ώρα ο εγκέφαλος του ριφιφί Μάικλ Κέιν, ο πάντα υπέροχος Άγγλος, από τους τελευταίους εναπομείναντες της μεγάλης κινηματογραφικής σχολής της αυτοκρατορίας.

Αγγλική υπόθεση η ταινία με τον Μαρς να διαχειρίζεται το στόρι σε δυο σκηνοθετικές ταχύτητες: Ράθυμα και ενδοσκοπικά στην αρχή, με αγωνία και ένταση στην συνέχεια, συντονίζοντας το δυναμικό made in England καστ σαν φίνο, αγγλικό κασμίρι. Παίζει και με όμορφα σκηνοθετικά κολπάκια, φέρνοντας το παρελθόν των ληστών, νέοι τότε, στο σήμερα με καλομονταρισμένες, εμβόλιμες σφήνες. Κοσμοπολίτικη λονδρέζικη φινέτσα στιλ Γουέστ Εντ, αλλά και λαϊκούρα από το εργατικό Ίστ Έντ του Τσιπσάιντ με μπόλικη κόκνι προφορά παντρεύονται περίτεχνα σε αυτό το «γουρμασμένο» μάτσο ληστών. Ωραία ταινία, απολαυστική και παρά την «γέρικη» εικόνα, είναι ολόφρεσκια, δροσερή και ολοζώντανη.          

«Hunter Killer»

 

  • Είδος: Πολεμική περιπέτεια
  • Παραγωγή: Κίνα, Αγγλία, Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ντόνοβαν Μαρς
  • Με τους: Τζέραρντ Μπάτλερ, Γκάρι Ολντμαν,
  • Διάρκεια: 125’
  • Διανομή: Odeon

Τα γνωστά και μη εξαιρετέα του κινηματογραφικού είδους: Η Αμερική σώζει ξανά τον κόσμο από έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο. Οι Αμερικανοί στρατιωτικοί με σθένος, ψυχραιμία και εμπειρία δίνουν λύσεις σε κρίσιμες για την υφήλιο στιγμές. Οι Η.Π.Α. διασώζουν τον Ρώσο πρόεδρο από τα χέρια υδροκέφαλου Ρώσου στρατάρχη πραξικοπηματία. Τέσσερις Αμερικανοί κομάντος, σούπερ εκπαιδευμένοι μπουκάρουν σε σούπερ ναυτική, ρώσικη βάση χωρίς να τους πάρει πρέφα κανείς, τα κάνουν γης μαδιάμ, απαγάγουν τον Ρώσο πρόεδρο και τον μεταφέρουν σε αμερικανικό υποβρύχιο, το οποίο έχει μπει υποβρυχίως στην ρώσικη ναυτική βάση με την βοήθεια Ρώσου κυβερνήτη υποβρυχίου. Τι άλλο; Α, ναι, ξέχασα, η Αμερική είναι χώρα που μάχεται για την δημοκρατία, την ειρήνη και έχει γυναίκα πρόεδρο. Όλα τα παραπάνω ανήκουν στην σφαίρα της φαντασίας, που θέλουν να πιστεύουν ότι μπορεί να είναι αληθινά, ενώ το τελευταίο με την γυναίκα πρόεδρο φαντάζει πιο ρεαλιστικό… σύντομα, μάλλον. Παίζει ο Τζέραλντ Μπάτλερ στον ρόλο του αποφασιστικού και έξυπνου κυβερνήτη Τζο Γκλας και ο Γκάρι Όλτμαν στον ρόλο του αντιναυάρχου – πολιτικάντη Τσαρλς Ντόνεγκαν.

Βασισμένο το σενάριο στο βιβλίο «Firing Point» του πρώην υποβρυχιατζή, στρατιωτικού Τζορτζ Γουάλας και του  Ντον Κιθ, σκηνοθετεί ο Νοτιοαφρικανός Ντόνοβαν Μαρς και στην καλοραμμένη, πλούσια παραγωγή είναι χωμένοι οι Κινέζοι. Αυτά!

Ο κυβερνήτης του σύγχρονου, επιθετικού, αμερικάνικου υποβρυχίου «Hunter Killer» Τζο Γκλας (Τζέραλντ Μπάτλερ – καλός) αποστέλλεται να διαγνώσει τα αίτια που χάθηκε από τα ραντάρ ένα άλλο αμερικανικό υποβρύχιο. Διαπιστώνει ότι τορπιλίστηκε και χάθηκε στα βάθη του ωκεανού αύτανδρο, ενώ ένα ακόμα ρώσικο υποβρύχιο έχει κτυπηθεί και αυτό και βρίσκεται βυθισμένο με μοναδικούς επιζώντες τον κυβερνήτη και δυο ακόμα του πληρώματος. Ο Γκλας διασώζει τους Ρώσους ναυτικούς, συγχρόνως όμως στην Ρωσία ο στρατιωτικός υπουργός άμυνας δημιουργεί πραξικόπημα, αιχμαλωτίζει τον Ρώσο πρόεδρο σε ναυτική βάση και ετοιμάζεται να ξεκινήσει τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο. Το υποβρύχιο «Hunter Killer», λαμβάνει την διαταγή να μεταφέρει τον Ρώσο πρόεδρο σώο και αβλαβή στην Μόσχα για να επαναφέρει την τάξη.

  Προβάλλονται επίσης:

  • Το ντοκιμαντέρ μυθοπλασίας για την ζωή και το έργο του Έλληνα μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη: «Ταξιδεύοντας με τον Μίκη», του Αστέρη Κούτουλα (New Star)
  • Το ντοκιμαντέρ για την ζωή του Μανώλη Γλέζου: «Ο Τελευταίος Παρτιζάνος», του Ανδρέα Χατζηπατέρα (Filmtrade)
  • Το αγγλικο-μεξικανικό animation: «Ο Γκρινιάρης», του Αντρές Κουτουριέρ, βασισμένο στην τηλεοπτική σειρά κινουμένων σχεδίων «Here Comes the Grump» (Tanweer)