fbpx

«Αιτία της διαχρονικότητος και μοναδικότητος της Αρχαίας Ελληνικής Σοφίας» (Μέρος Α΄), Γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Ο Ορισμός της Σοφίας: «Το όντι άρα…οί όρθώς φιλοσοφούντες άποθνήσκειν μελετώσι, και το τεθνάναι ήκιστα αύτοίς ανθρώπων φοβερών» (Επομένως… αυτοί που φιλοσοφούν σωστά ασκούνται πράγματι στο να πεθαίνουν κι αυτοί απ’ όλους τους ανθρώπους φοβούνται λιγότερο τον θάνατο) Πλάτων

 

Με τον όρο Ελληνική Σοφία νοείται ο φιλο-σοφικός στοχασμός που αναπτύχθηκε στον ελλαδικό και περιελλαδικό χώρο, ανά τους αιώνες έως τη σύγχρονη εποχή. Το κυριότερο κριτήριο συνέχειας για την εξέλιξη αυτής της στοχαστικής σκέψης είναι η πολιτισμική συνέχεια, η κοινή γλώσσα, η υποκειμενική αίσθηση της κοινής καταγωγής – ειδικά στην Ελληνιστική εποχή – το κοινό γεωγραφικό και ιστορικό πλαίσιο αναφοράς. Εκτός των παραπάνω υφίστανται και κριτήρια θεματικής συνάφειας και κοινών προβλημάτων που χαρακτηρίζουν συγκεκριμένα γνωρίσματα των διακριτών περιόδων του ελληνόφωνου φιλοσοφικού στοχασμού.

Βάσει των ανωτέρων απαιτείται περιοδολόγηση αυτού που ονομάζεται ελληνικός  στοχασμός, χωρίς την οποία δεν είναι δυνατή η παρακολούθηση της εξέλιξης του  στοχασμού αυτού και του τρόπου με τον οποίο αναπτύχθηκε εκτός των γεωγραφικών ορίων της ελληνικής επικράτειας κατά την αρχαιότητα.

Η αρχαιοελληνική περίοδος μέχρι τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες αποτελεί αναμφίβολα τον κορμό αυτού που αποκαλείται διεθνώς ελληνικός στοχασμός. Ακολουθεί η βυζαντινή περίοδος μέχρι την Άλωση, ο οποίος ενδιαφέρεται τόσο για την διάσωση, την επεξεργασία και την μετάδοση της αρχαίας στοχαστικής σκέψης, όσο και για τη σύνθεσή της με τον Χριστιανισμό. Τον κύκλο κλείνει ο νεότερος και ο σύγχρονος στοχασμός, ο οποίος δεν ενδιαφέρει τόσο για την πρωτοτυπία του σε θέματα στοχασμού, αλλά ως ιστορική αποτύπωση της συνειδητοποίησης του νέου ελληνισμού με την οικειοποίηση του αρχαιοελληνικού παρελθόντος και την παράλληλη πρόσληψη της δυτικής στοχαστικής φιλοσοφικής σκέψης.

Οι  έννοιες  Ελληνική Σοφία και επιστήμη χωριστά η κάθε μία ή και οι δύο μαζί, ως ενιαία πνευματική διεργασία, όπως σήμερα είναι απολύτως παραδεκτό από την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα, είναι γέννημα και θρέμμα της αρχαίας ελληνικής διανόησης.

 

 «Πέρας γαρ ουδέν μη διά λόγου ιόν» δηλώνει ο Ευριπίδης. Στην ελευθερία του λόγου, που παρείχε η Ελληνική πολιτεία των κλασικών και προκλασικών χρόνων, η πολιτική και ηθικοπλαστική δομή της οποίας επέβαλε την υπεύθυνη συμμετοχή του πολίτη στα δρώμενα και γεννώμενα των διεργασιών και διαδικασιών της πόλις κράτους, κατέστη δυνατόν να ανθίσει η συζήτηση, η κριτική, η αντίθεση, το επιχείρημα, ο στοχασμός και όλα αυτά μαζί να θεμελιώσουν μια κοινωνία έναν πολιτισμό που ανέπτυξε υπέρμετρα τη σκέψη και κατ’ επέκταση τη φιλο-σοφία και την αποδεικτική επιστήμη. Σ’ αυτή την κοινωνία ο άνθρωπος είναι άτομο – πολίτης και έχει γνώμη και ελευθερία και άρα δυνατότητα να αναλύει να κρίνει και να αποδέχεται ή να απορρίπτει γνώμες και θέσεις.

 Αυτός είναι ίσως και ο κύριος λόγος, για τον οποίο η φιλο-σοφία και η αποδεικτική επιστήμη δεν υπήρξαν προϊόντα άλλων πολιτισμών σύγχρονων του αρχαίου Ελληνικού, όπως των Αιγυπτίων ή και Βαβυλωνίων. Τα θεοκρατικά καθεστώτα αυτών των χωρών απαγόρευαν την ατομική σκέψη και την διατύπωση αμφιβολίας στα λεγόμενα των κρατούντων, ως αίρεση.

Η ένταξη και η πειθαρχία του ατόμου στην ομάδα επέτρεψε την δημιουργία έργων εντυπωσιακού όγκου, όπως οι πυραμίδες, που απαιτούν ομαδική και πειθαρχημένη δουλειά. Δεν αποτελεί όμως γόνιμο έδαφος για να ανθίσει ο ελεύθερος λόγος, ο στοχασμός, η πρωτότυπη και κριτική σκέψη, η ατομικότητα, η επιστημονική απόδειξη και προπαντός η φιλοσοφία. Γι’ αυτόν τον στοχασμό γι’ αυτήν την φιλοσοφία που ανέπτυξαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι λέει ο Γκαίτε στο έργο του και «εγώ στην Αρκαδία» (Et in Arcadia ego) όπως ανωτέρω αναφέρθηκε:

 Οφείλει ο εφιέμενος του πραγματικού πολιτισμού να μελετά τους συγχρόνους του, οφείλει όμως να μελετά και τους προγενέστερους γίγαντες της σκέψεως και να σπουδάζει: τον Μολιέρο, τον Σαίξπηρ και άλλους.., αλλά προ παντός τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και πάντοτε τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους οι οποίοι είναι οι πρώτοι που ασχολήθηκαν με τις αρχές που διέπουν τη φύση καθώς και με τη ψυχή, «Τα σύνορα της ψυχής δε θα τα βρεις, όποιον δρόμο κι αν ακολουθήσεις, τόσο βάθος έχει η ουσία της.» Ηράκλειτος , απόσπ. 45.

Παρόμοια βαριάς σημασίας λόγια έχουν ειπωθεί και γραφεί, και από άλλους σύγχρονους γίγαντες του πνεύματος, όπως του Γιουνγκ στα: Δοκίμια επί της Επιστήμης της Μυθολογίας και στο περί ψυχισμού του ανθρώπου, του Βολταίρου στο περί πεπρωμένου και άλλων γιγάντων της σύγχρονης φιλοσοφίας. Ας γνωρίσουμε λοιπόν πιο αναλυτικά αυτήν την φιλοσοφία.

 

Η πεμπτουσία της Ελεύθερης Ελληνικής διανόησης

      Ο Ρίτσαρντ Λίβινγκστον στο περίφημο βιβλίο του Το ελεύθερο ελληνικό πνεύμα και η σημασία τους, που πρωτοεκδόθηκε στα 1912, αλλά και ο Αντρέ Μπονάρ στο τρίτομο έργο του για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, που πρωτοεκδόθηκε στα 1957-59, συμφωνούν ότι τα κύρια γνωρίσματα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος ήταν:

  • Το Ιερό-Ιερόν.
  • Η Φιλοκαλία, δηλαδή η αγάπη για το ωραίο.
  • Το Μέτρον.
  • Η Ευθύτητα και η παρρησία.
  • Ο Άνθρωπος πολίτης.
  • Ο Πολιτικός άνθρωπος.
  • Ο Ανθρωπισμός.
  • Η Αγάπη της ελευθερίας
  • Η Αρετή
  • Η Ελευθερία του λόγου

« Εύροις δ’ αν επί ων πόλεις ατειχίστους, αγραμμάτους, αβασιλεύτους, αοίκους, αχρημάτους, νομίσματος με δεομένας, απείρους θεάτρων και γυμναστηρίων. Ανιέρου δε πόλεως και αθέου, μη χρωμένης ευχαίς, μη δ’ όρκοις, μηδέ  ἱερήιον μαντείαις, μηδέ θυσίαις επ’ αγαθοίς, μη δ’ αποτροπαίς κακών ουδείς έστι, ουδ’ έσται γεγονώς θεατής», λέγει ο Πλούταρχος. Σε σύντομη απόδοση: Μπορείς να βρεις πόλεις χωρίς άλλα πράγματα, αλλά όχι χωρίς ιερά, θρησκεία και θεό. Αλλά τι εννοούν οι αρχαίοι μας πρόγονοι ιερό – ιερόν.

Η λέξη αρχίζει με ένα γιώτα (ι) που δασύνεται. Η δάσυνση του γιώτα οφείλεται στο ότι η ρίζα της λέξεως είναι το «γερόν». Και ιερόν είναι όντως ότι είναι γερόν, αφού γερόν είναι ότι συνάδει και καταφάσκει δυναμικά τους νόμους της Φύσης. Δηλαδή «ιερόν» είναι μόνον ότι είναι σύμφωνο με τους φυσικούς νόμους, και καταφάσκει στη ζωή.

Ιερό δεν μπορεί να είναι κάτι το οποίο με τον οποιονδήποτε τρόπο εκφράζει άρνηση της ζωής. Ιερό δεν μπορεί να είναι ένα νεκρό σώμα, ούτε ένα νεκρό δέντρο. Ιερός δεν μπορεί επίσης να είναι ο θάνατος, αφού ο τελευταίος υπάρχει μόνο κατά παρακολούθηση του φαινομένου της ζωής. Ο θάνατος από μόνος του δεν είναι ιερός, όπως δεν μπορεί να είναι ιερή η αποσύνθεση.

Για τους προγόνους μας, η Φύση ήταν ιερή σε κάθε εκδήλωση της, με διαφορετικούς ίσως βαθμούς ιερότητας, πάντως ολόκληρη η Φύση. Επειδή ακριβώς είναι Φύση, υπάγεται στους φυσικούς νόμους και γεννά ζωή (ετυμολογείται άλλωστε εκ του ρήματος φύω, δηλαδή αναπτύσσω, γεννώ, παράγω). Η αντίληψη μιας κενής από ιερό Φύσης οδηγεί, μεταξύ άλλων, στο τρομακτικό αποτέλεσμα του άδειου ναού. Ο ναός πρέπει να είναι γεμάτος από εικόνες, λουλούδια, αφιερώματα, μυρωδιές, μία φύση σε οργασμό, μία παλλόμενη πραγματικότητα. Οι ναοί αυτών που θεώρησαν άδεια τη Φύση είναι άδεια κουτιά και αυτό είναι η λογική κατάληξη μίας ολόκληρης συμπεριφοράς απέναντι στη Φύση.

 Οι Έλληνες ζώντας σε μια χώρα ευνοημένη από τη φύση με σπάνια ομορφιά σε τοπίο και κλίμα, αγάπησαν με πάθος την ωραιότητα. Το κάλλος ανθρώπων, ζώων κατασκευών και τοπίων το θεωρούσαν μεγάλο προσόν. Όταν ήθελαν να επαινέσουν κάποιον έλεγαν πως είναι «καλός κ’ αγαθός» δηλαδή ωραίος και καλόκαρδος. Όπως γράφει ο Θουκυδίδης, ο Περικλής στον Επιτάφιο για τους πρώτους νεκρούς του πολέμου, ανάμεσα στα γνωρίσματα του δημοκρατικού πολιτεύματος της Αθήνας αναφέρει την αγάπη για το ωραίο: «Φιλοκαλούμεν γαρ μετ’ ευτελείας», καμαρώνει, θέλοντας να επισημάνει την επιδίωξη του ωραίου ακόμα και στα πιο δευτερεύοντα και ευτελή αντικείμενα.

 Η Αρχαία Ελληνική Διανόηση θεωρεί ότι το θέμα του Κάλλους είναι ίσως το βασικότερο θέμα με το οποίο μπορεί να ξεκινήσει ένας Άνθρωπος την ενασχόλησή του με την αναζήτηση στην ζωή μας κάτι περισσότερο από αυτό που αντιλαμβανόμαστε στον ορατό κόσμο, όπου το Κάλλος αυτό παίζει αναμφισβήτητα έναν κυρίαρχο ρόλο. «Τὸ κάλλος παντὸς ἔλεγεν ἐπιστολίου συστατικώτερον», λέγει ο Αριστοτέλης. «Οἱ δὲ τοῦτο μὲν Διογένην μέτρον φασὶν ὁρίσασθαι, αὐτὸν δὲ ουδέ θεοῦ δῶρον εἰπεῖν εὐμορφίαν», λέγει ο Διογένης, δηλαδή όποιος διαθέτει το κάλλος χωρίς μέτρο, νομίζει εσφαλμένα ότι έχει ένα δώρο θεού.

Το μέτρο λοιπόν ήταν εξ ίσου με το κάλλος χαρακτηριστικό της ελληνικής σκέψης. Σήμαινε την αγάπη της μετριοπάθειας και της αρμονίας που κρύβει η αποφυγή των υπερβολών. Είναι γνωστά τα αρχαία ρητά: «ΜΕΤΡΟΝ ΑΡΙΣΤΟΝ», «ΠΑΝΤΩΝ ΤΕ ΜΕΤΡΟΝ ΑΡΙΣΤΟΝ ΕΣΤΙ» και «ΜΗΔΕΝ ΑΓΑΝ», που αποδίδονται στους επτά σοφούς και δείχνουν την εκτίμηση των Ελλήνων στη μετριοπάθεια και στην αποφυγή των υπερβολών. Ο Αρχίλοχος ο Πάριος συμβουλεύει ένα φίλο του: «να μη χαίρεσαι πολύ για τα ευχάριστα ούτε να λυπάσαι πολύ για τα δυσάρεστα. Γνώριζε ποια ζυγαριά κρατά τη ζωή μας». Ο Πλούταρχος στο έργο του βίος Αλεξάνδρου αναφέρει: ότι ο Αλέξανδρος ο Μακεδόνας όταν πολιορκούσε την παλαιστινιακή πόλη της Γάζας, στους πρέσβεις των πολιορκούμενων, που τον ρώτησαν ποιά είναι η μεγαλύτερη αξία για τους Έλληνες, απάντησε με παρρησία «το μέτρον»…

(η συνέχεια στο επόμενο άρθρο)