fbpx

«Αγώνες επιβίωσης στην σιωπή, Βούλγαροι taxi drivers και η ποιητική Μπαρμπαρά». Οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Επιτρέψτε μου αυτή την εβδομάδα να ανατρέξω, ελάχιστα, στην φιλοσοφία της αυτογνωσίας με αφορμή το φιλμ του Τζον Κραζίνσκι «Ένα Ήσυχο Μέρος» (A Quiet Place). Μια εντελώς ιδιαίτερη ταινία, που ναι μεν εντάσσεται στο σύμπαν του τρόμου και της επιστημονικής φαντασίας, το σενάριο, όμως, με την ευφυέστατη βάση περί ανθρώπινης σιωπής ανοίγει το παράθυρο προς τον ευήλιο ορίζοντα της εσωτερικής, ανθρώπινης αρμονίας, όταν η οντότητα μας βρίσκεται υπό του καθεστώτος της απόλυτης αλαλίας. Και όχι μόνο αλαλίας, αλλά και της αποτροπής κάθε είδους ενοχλητικού θορύβου ή τεχνητού ήχου, εκτός… Ω ναι, εκτός των ήχων που προέρχονται από το φυσικό περιβάλλον που ζούμε. Δηλαδή, του αέρα, του τρεχούμενου νερού, της βροχής, του θροίσματος των φύλλων και εν γένει των φαινομένων της φύσης. Η «φωνή» της Φύση παντού, δηλαδή, η ηρεμία. Προφανώς θα έχετε ακούσει αυτό που λένε, ότι: «Η σιωπή σου ήταν εκκωφαντική». Ο Σάμιος, Δάσκαλος Πυθαγόρας κρατούσε τους δόκιμους μαθητές του στο περίφημο Ομακοείο του, τρία, για άλλους πέντε, χρόνια στην απόλυτη σιωπή. Μια επώδυνη διαδικασία για την ανακάλυψη της προσωπικής φωνής, του εσωτερικού ήχου, αλλά και την εξασθένηση του Εγώ. Μια «θεραπεία», που την ενστερνίστηκαν οι χριστιανοί ασκητές και πολλές θρησκευτικές αιρέσεις. Η αλήθεια είναι, ότι ο σημερινός άνθρωπος εάν καταφέρει να παραμείνει άφωνος όχι τρία ή πέντε χρόνια που πρότεινε ο Πυθαγόρας, αλλά δυο μόλις εικσιτετράωρα, σίγουρα θα βγάλει κέρατα και στα δάχτυλα. Μάθαμε να συναναστρεφόμαστε στην δυσαρμονία της φλυαρίας, να ανοιγοκλείνουμε τα χείλη μας και να παράγουμε θόρυβο. Εκπαιδευτήκαμε να διαφημίζουμε την φιλαυτία μας μέσω της ομιλίας.  Ο ανθρώπινος, ελληνικός Λόγος με την μουσικότητα των λέξεων και την αρμονική σύνδεση των προτάσεων του έχει σπουδαία υπόσταση και ως ουράνιο εργαλείο που είναι με έντονο κραδασμό μπορεί να εξυψώσει ή να καταβαραθρώσει το σύμπαν. Κάτι που την σημασία του την αντιλήφθηκαν πρώτοι οι Σπαρτιάτες, χρησιμοποιώντας τον μεστό και στακάτο, λακωνικό λόγο που κτυπούσε απ΄ ευθείας στην ουσία του θέματος με ελάχιστα λόγια. Η καλλιέπεια της Αττικής Διαλέκτου ήταν η αντιπέρα όχθη της συμμαζεμένης, στρατιωτικής, σπαρτιατικής σκέψης. Μια πιο λόγια και άκρως ευφάνταστη μορφή Λόγου με περίτεχνα φραστικά τεχνάσματα, που συνήθως ανακάτευε το νήμα της διπλωματικής επικοινωνίας, παρά το ξεμπέρδευε. Η σιωπή ή η αλαλία είναι αυτή που εντείνει την ανθρώπινη προσοχή στα εντός και τα εκτός του σκεπτόμενου ανθρώπου, αυξάνει τις αισθήσεις, καλλιεργεί την παρατήρηση, όπως επίσης, γεννά την ευστροφία και το αίσθημα της ευθύνης. Το σπουδαίο, όμως είναι, ότι στην απόλυτη σιωπή κατανοείς τα μάλα τον χώρο που σε περιβάλλει και συνεργάζεσαι άψογα μαζί του. Κάτι που στην ταινία συμβαίνει, ενώ οι ήρωες της απειλούνται θανάσιμα και αποφεύγουν να δημιουργήσουν θόρυβο, να μιλήσουν και να παράξουν φασαρία γιατί αλλιώς θα εξοντωθούν… Κάτι σαν τιμωρία, ας πούμε, για τον ουρανομήκη εγωισμό που διαθέτουμε και τον ζωτικό χώρο που καταλαμβάνουμε, είτε αυτός ο χώρος είναι ορατός δια της παρουσίας μας, είτε αόρατος δια της ομιλίας μας.         

«Ένα Ήσυχο Μέρος»

(A Quiet Place)

 

  • Είδος: Τρόμου επιστημονικής φαντασίας
  • Σκηνοθεσία: Τζον Κραζίνσκι
  • Με τους: Εμιλι Μπλαντ, Τζον Κραζίνσκι, Μίλισεντ Σίμοντς, Νόα Τζιπ
  • Διάρκεια: 95’
  • Διανομή: UIP

Οι τεχνικές του κινηματογραφικού τρόμου είναι συγκεκριμένες. Το πρωταρχικό στοιχείο είναι να νοιώσει ο θεατής άβολα στο περιβάλλον που έχει επιλέξει ο εκάστοτε σκηνοθέτης στην ταινία τού συγκεκριμένου είδους και να ταυτίζεσαι με τους πάσχοντες (classic). Το δεύτερο είναι ο τρόμος να υπάρχει εν δυνάμει γύρω σου δίχως να τον βλέπεις για αρκετό σημαντικό χρονικό διάστημα, ώστε η φαντασία να στέκει επί ξύλου κρεμάμενη και η ατμόσφαιρα να ηλεκτρίζεται από τις συμπεριφορές και τις αντιδράσεις των ηρώων. Κι αυτό που μου αρέσει, προσωπικά, είναι να συναντώ την κατάσταση στο σενάριο και όχι να δημιουργείται κατά την διάρκεια της ταινίας.  Κατάσταση εννοώ, κάτι που ήδη υφίσταται στο στόρι, είναι απέραντα κακό, φονικό, καταστροφικό, ανελέητα μοχθηρό, σπέρνει τον θάνατο, δύσκολα αντιμετωπίζεται και επιβάλει στο ανθρώπινο είδος να ζει με τους δικούς του κανόνες, εάν, φυσικά επιθυμούμε ως είδος να συνεχίσουμε να υφιστάμεθα. Γι αυτό ο Τζόρτζ Ρομέρο στο «Dawn of the Dead» (Ζόμπι: Το Ξύπνημα των Νεκρών) του 1978 ξεχώρισε απ΄ όλους τους υπόλοιπους του είδους. Η επιδημία υπήρχε, τα ζόμπι τα βρήκαμε στο σενάριο και αυτό που νοιώθαμε ήταν η απόγνωση, το ανθρώπινο ξεβόλεμα, η ακύρωση των πεποιθήσεων και οι αλλαγές που αναγκάστηκαν να υποστούν οι άνθρωποι για να γλυτώσουν.

Δεν θα γράψουμε πολλά για την υπόθεση της ταινίας, κι αυτό διότι είναι δομημένη με τέτοιο τρόπο που εξ’  αρχής τα κεφάλαια της σπρώχνουν το ένα το άλλο την εξέλιξη της ιστορίας έως την τελευταία σεκάνς. Να μην χαλάσουμε, λοιπόν, τα μικρά «στολίδια» και τις εκπλήξεις της, αλλά να αναφέρουμε τα εξής απλά: Το κακό υπάρχει  και δεν μαθαίνουμε ποτέ, πού και πως προκλήθηκε (απίθανο!). Κάποια θεότυφλα, δυνατά και γρήγορα αρθρόποδα τέρατα υπερευαίσθητα στον ήχο κυριαρχούν στον πολιτισμένο κόσμο της γης, προκαλώντας τον θάνατο από την στιγμή της δημιουργίας του οποιουδήποτε τεχνητού θορύβου ακόμα και ομιλίας. Η πενταμελής οικογένεια με τον πατέρα Λι (Τζον Κραζίνσκι – πολύ καλός), την μητέρα Έβελιν (Έμιλι Μπλαντ – καταπληκτική), την μεγάλη θυγατέρα τους, την 13χρονη Ρίγκαν (Μίλισεντ Σίμοντς – παρότι κωφή στην πραγματικότητα, η πιτσιρίκα είναι μαγευτική), κι ακόμα δυο μικρότερα αγόρια. Η οικογένεια ζει στην απόλυτη σιωπή σε μια αγροικία έξω από την ακατοίκητη πόλη, προσπαθώντας να επιβιώσει μακριά από την θανατηφόρα απειλή. Η οικογένεια επικοινωνεί με την νοηματική των κωφαλάλων, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των αντικειμένων της καθημερινότητας και των αναγκών τους στο σπίτι είναι φτιαγμένα από υλικά που δεν προκαλούν θόρυβο. Περπατούν ξυπόλητοι, τρώνε με τα χέρια και αντί για πιάτα χρησιμοποιούν τεράστια φύλλα φυτών. Φωτίζονται με λάμπες πετρελαίου και ηλεκτρικό ρεύμα χρησιμοποιούν μόνο στο υπόγειο, που ο ήχος περιορίζεται και ο πατέρας Λι, έχει στήσει ένα ηλεκτρονικό σύστημα παρακολούθησης και ασφάλειας, ελέγχοντας την κίνηση και τις δραστηριότητες των τεράτων πέριξ και εντός της αγροικίας. Με τους ελάχιστους ζωντανούς ανθρώπους που βρίσκονται σε μια μεγάλη ακτίνα γύρω τους, επικοινωνούν τη νύχτα μεταξύ τους με φρυκτωρίες, επιβεβαιώνοντας ότι είναι ακόμα ζωντανοί. Με τους μήνες κι έπειτα από διάφορα διόλου ευχάριστα συμβάντα στην οικογέναι η μια μετά την άλλη φρυκτωρία παύει να ανάβει, συνειδητοποιώντας ότι η θανάσιμη απειλή πλησιάζει κοντά τους.      

Ο άνθρωπος ορχήστρα, ο ηθοποιός, παραγωγός, σεναριογράφος και σκηνοθέτης Τζον Κραζίνσκι στην δεύτερη σκηνοθετική δουλειά του, έπειτα από την δραμεντί του 2016 με την οικογένεια Χόλαρ (The Hollars), που δεν έτυχε ελληνικής διανομής, ορμάει δυναμικά στον δύσκολο γαλαξία του τρόμου και τα καταφέρνει περίφημα. Μαζί με την σύζυγό του και στην ζωή Έμιλι Μπλαντ (ζευγάρι από το 2010 και γονείς δυο παιδιών), πρωταγωνιστούν σ΄ αυτό το όμορφο, καλοδουλεμένο διαμαντάκι. Ο Κραζίνσκι δεν αναλώνεται διόλου να εξηγήσει την καταγωγή και την προέλευση των αιμοδιψών τεράτων, και μπράβο του, αλλά εστιάζει στις συνθήκες επιβίωσης της οικογένειας στην απόλυτη σιωπή και την ευθύνη των γονέων να προστατεύσουν τα τέκνα τους. Το υπέροχο στην δουλειά του Κραζίνσκι είναι, ότι φιλμάρει όπως και ο άφθαστος Μάικλ Νάιτ Σιάμαλαν, με την ίδια ακριβώς φιλοσοφία. Σχολή μεγάλη, πια ο Ινδοαμερικανός σκηνοθέτης, καλός «μαθητής» και ο Κραζίνσκι. Πετυχημένες χαμηλές λήψεις, σε περίοπτη θέση η υποκριτική, δημιουργία κατάλληλης ατμόσφαιρας, έκδηλη αγωνία ενταγμένη στην αλαλία,  ένταση με δυο πολύ καλά σημεία, ένα με την Μπλαντ στο μπάνιο, κι ένα με τα πιτσιρίκια στο σιλό καλαμποκιού. Κατάλληλα ρυθμισμένος είναι ο τρόμος από την εμφάνιση των τεράτων κι έπειτα. Η ταινία δεν φρακάρει μονοδιάστατα στο θέμα των όντων που κατασπαράζουν τους «φασαριόζους» ανθρώπους, αλλά απλώνει το δίχτυ της προσεκτικά, τόσο στην επιβίωση σε συνθήκες πλήρους σιγής όσο και στην συνύπαρξη μιας οικογένειας που μοιράζεται τις στιγμές ηρεμίας και κινδύνου σε πλήρη συνεργασία. Σενάριο, σκηνοθεσία, ερμηνείες σε αφήνουν… Άφωνο!!!                   

« Ιστορίες Μιας Νύχτας»

(Posoki / Directions)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Σκηνοθεσία: Στέφαν Κομαντάρεφ
  • Με τους: Βασίλ Βασίλεφ-Ζουέκα, Ιβάν Μπάρνεφ, Ασέν Μπλατέτσκι, Ιρίνι Ζαμπόνας
  • Διάρκεια: 103’
  • Διανομή: Ama Films

Η παγκόσμια κρίση έχει γίνει το πεδίο κινηματογραφικής δημιουργίας ουκ ολίγες φορές τα τελευταία χρόνια. Σενάρια και ταινίες, πλήθος ιστοριών με πρωταγωνιστές, κυριολεκτικά, «πεταμένους» στο μάτι του κυκλώνα της πτώσης αξιών έχουν πλέον τον πρώτο λόγο. Ταινίες μέτριες, καλές, έξυπνες, ταινίες που αφηγούνται τον κατακερματισμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ταινίες με ελάχιστα φωτάκια αισιοδοξίας ολοένα πλασάρονται στα μπροστινά ράφια της παγκόσμια φιλμογραφίας. Καμιά, βέβαια, δεν προτείνει τις λύσεις, ούτε προσφέρει διεξόδους. Απλές καταγραφές είναι με το ρούχο του fiction. Η βαλκανική και η ευρύτερη ευρωπαϊκή κοινωνική και πολιτική χαρτογράφηση της νέας κατάστασης πραγμάτων συμμαζεύει τα περιθώρια της και αυτοπροβάλλεται παντιοτρόπως. Η Ευρώπη, που είχε μάθει «αλλιώς» (εξαιρούνται κάποιες χώρες που η κρίση δεν τις άγγιξε) περισσότερο όμως οι πληγέντες κάτοικοι του ευρωπαϊκού νότου, με χαμένο το πνεύμα τους, πατημένη την αισιοδοξία στο έδαφος, μαύρες, πρωταγωνιστικές σκιές στην αυξανόμενη φτώχια και την ανισότητα πλημυρίζουν ολοένα αβεβαιότητα, οπότε και αγανάκτηση. Στην εξελισσόμενη τρέλα του κατήφορου προσπαθούν οι άνθρωποι να κρατηθούν όρθιοι.   

Έντιμος και ηθικός άνθρωπος ο Μίσο, πρώην εργολάβος έργων οδοποιίας, στην οικονομική ύφεση της Βουλγαρίας έπιασε το τιμόνι του ταξί για να επιβιώσει μέχρι να εγκριθεί το τραπεζικό δάνειο και να ανοίξει ξανά τα επιχειρηματικά φτερά του σε ένα καλύτερο αύριο. Το τραπεζικό κύκλωμα είναι «λαδιάρικο» και νοσηρό, τον ταλαιπωρεί για να του αποσπάσει μίζα και ο Μίσο καταγγέλλει τους τραπεζικούς μηχανισμούς ότι δεν λειτουργούν με διαφανείς διαδικασίες. Η επιτροπή δεοντολογίας τον «συνδέει» κανονικά και ο διεφθαρμένος διευθυντής της τράπεζας τον απειλεί, πως εάν δεν αποσύρει την καταγγελία και να «ρίξει» μπανκουί το χρήμα δεν θα εγκρίνει το δάνειο και θα κατάσχει τα μηχανήματα και την μάντρα του, καταστρέφοντας τον. Στις στενωπούς της απελπισίας και φουλ οργισμένος ο Μίσο, πυροβολεί τον «λαδιάρη» τραπεζικό, τον σκοτώνει και στην συνέχεια αυτοπυροβολείται. Μεταφέρουν τον αυτόχειρα στο νοσοκομείο, είναι κλινικά νεκρός και οι γιατροί ετοιμάζονται να μεταμοσχεύσουν την καρδιά του ταρίφα σε έναν καρδιοπαθή αρτοποιό. Η εν ψυχρώ δολοφονία από τον απελπισμένο ταξιτζή λαμβάνει κοινωνικό-πολιτική διάσταση σε εθνικό επίπεδο, τα ΜΜΕ οργιάζουν και με «χαλί» την ραδιοφωνική έξαρση του συμβάντος σε μια νύχτα ζούμε πέντε διαφορετικές ιστορίες από ταρίφες στην Βουλγαρία της χαμένης ελπίδας.

Παιδίατρος και βραβευμένος σκηνοθέτης ο Βούλγαρος Στέφαν Κομαντάρεφ (O Κόσμος Είναι Μεγάλος και η Σωτηρία της Ψυχής βρίσκεται στη Γωνία – 2008) καταγράφει ρεαλιστικά, αληθινά την παρούσα κατάσταση της χώρας του, χρησιμοποιώντας ότι πιο vivid υπάρχει στην ροή του καθημερινού μόχθου. Τους ταξιτζήδες άνδρες και μια γυναίκα ανάμεσά τους να απλώνουν την παρούσα αλλά και την παρελθούσα εικόνα της βαλκανικής, όμορης χώρας. Χώρας με κλονισμένο το νευρικό της σύστημα, δίχως μεταρρυθμιστές ηγέτες και ουδένα όραμα καλυτέρευσης, αλλά διαφθορά, απαξία και πολίτες τρίτης κατηγορίας. Ιστορίες ενδιαφέρουσες, μέχρι κεραίας, με τα ανθρώπινα αντανακλαστικά να σπαρταράνε στην κάμερα του  Κομαντάρεφ, αναδύοντας περισσότερο την θλίψη, παρά την αισιοδοξία. Άνθρωποι με τραυματισμένο παρελθόν, άνθρωποι βασανισμένοι, άνθρωποι χαμένοι στην απέλπιδη κίνηση της ζωής, άνθρωποι με καμένα όνειρα, διανύουν χιλιόμετρα στην πόλη που εργάζονται μεταφέροντας επιβάτες, που με τον τρόπο και το σκεπτικό τους φωτίζουν το σκοτεινό κάστρο του ανθρώπινου εγκλωβισμού. Ο σκηνοθέτης δεν εξυψώνει τον συμπαθητικό κλάδο των αγαπητών ταξιτζήδων, απλά τον χρησιμοποιεί, όπως και το ό,τι ο πελάτης έχει πάντα δίκιο δεν ισχύει εδώ. Το καλό και το αντίθετο του είναι παρόντα καθ΄ όλη την διάρκεια των νυχτερινών διαδρομών – ιστοριών, είτε αυτό εκπορεύεται από την θέση του οδηγού, είτε την θέση του επιβάτη. Ο κινηματογραφικός φακός κοντά, καταπάνω σε πρόσωπα που αναζητούν λύσεις και δεν τις βρίσκουν. Ένας έντονος μικρόκοσμος γεμάτος αντιθέσεις, αποτυπωμένος αντικειμενικά, στιβαρά και χαλαρά, σκληρά και ευαίσθητα. Σύγχρονο, κοινωνικό patchwork με την αλληλεγγύη, την λύτρωση, την εκδίκηση και την αυτοδικία σε μοιρασμένα κινηματογραφικά καρέ, όλα προσεγμένα, υπέροχα φωτογραφημένα και με καλές ερμηνείες.           

«Barbara»

 

  • Είδος: Βιογραφικό
  • Σκηνοθεσία: Ματιέ Αμαλρίκ
  • Με τους: Ζαν Μπαλιμπάρ, Ματιέ Αμαλρίκ, Πιέρ Μισόν
  • Διάρκεια: 107΄
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Βραβείο Ποιητικής Αφήγησης – Ένα Κάποιο Βλέμμα Φεστιβάλ Καννών – Bραβείο Σεζάρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου (Ζαν Μπαλιμπάρ)

Ποιητική κινηματογράφηση, βαθιά αισθαντική, έντεχνα τρυφερή, προσεκτικά σκληρή, είναι μια ταινία κυριολεκτικής αγιοποίησης της Γαλλίδας τραγουδίστριας, Barbara (Μπαρμπαρά Βελντέν – 9 Ιουνίου 1930 – 24 Νοεμβρίου 1997). Για όσους δεν την γνωρίζουν είναι η ερμηνεύτρια των γνωστών τραγουδιών: «Ma Plus Belle Histoire D’ Amour C’est Vous» του 1960 και της μεγάλης επιτυχίας «L’ Aigle Νoir» (Μαύρος Αετός), που το 1970 το ομώνυμο άλμπουμ πούλησε ένα εκατομμύριο αντίτυπα σε 12 ώρες. Η ηθοποιός Μπριζίτ (Ζαν Μπαλιμπάρ – απίθανη), ετοιμάζεται να υποδηθεί την Barbara σε μια ταινία της οποίας τα γυρίσματα θα ξεκινήσουν σύντομα. Η Μπριζίτ εργάζεται πάνω στον χαρακτήρα, τα τραγούδια και τις μελωδίες της, τις κινήσεις και τα λόγια της. Σύντομα θα αρχίσει να ζηλεύει τον χαρακτήρα που θα ενσαρκώσει όσο αυτός μεγαλώνει μέσα της και την καταλαμβάνει, μέχρι που κανείς δεν θα μπορεί να ξεχωρίσει πια την ηθοποιό από τον ρόλο. Ταυτόχρονα ο σκηνοθέτης της, ο Ιβ (Ματιέ Αμαλρίκ), κάνοντας την έρευνα για τη ζωή της καλλιτέχνιδας αρχίζει να μαγεύεται και να εμπνέεται από εκείνη.

Η ταινία του ηθοποιού και σκηνοθέτη Ματιέ Αμαλρίκ (Το Μπλε Δωμάτιο) –  γνωστός στο ευρύ κοινό από την εμφάνισή του στο ρόλο του κακού στην ταινία του Τζέιμς Μποντ «Quantum of Solace» –  είναι ενδεδυμένη σε άριστη ατμόσφαιρα, που πηγαινοφέρνει την νουβέλ βαγκ σε γη και ουρανό δίχως ανάσα. Η τραγουδίστρια Barbara είναι η μετά Πιάφ εποχή στη Γαλλία και η ποιητική μουσική ακτή, δίπλα από την χλιδάτη παραλία της Νταλιντά. Έγινε διάσημη την εποχή που το συναίσθημα τοποθετείται ιδεολογικά στην ψυχοαναλυτική του διάσταση και ο έρωτας διπλώνεται στο μετάξι του συμβολικού αφαιρετισμού μαζί με τον αφορισμό των μικροαστικών τραυμάτων. Το γαλλικό μουσικό κοινό την αγάπησε και η διανόηση την τίμησε τα μάλα. Η Ζαν Μπαλιμπάρ  αποδίδει εξαιρετικά το στυλ και το πνεύμα της περσόνας στιχουργού, συνθέτριας και ερμηνεύτριας Barbara. Μακιγιαρισμένη και κουπ αλά Μαρίας Κάλλας γοητεύει την κάμερα. Ο Αμαλρίκ κινηματογραφεί ερωτικά, λατρευτικά την Μπαλιμπάρ, που είναι η Barbara. Λένε, πως είναι μια ταινία του σκηνοθέτη στην αγαπημένη του Ζαν Μπαλιμπάρ, που ως πρώην άνδρας της, τώρα χωρισμένοι, είναι ακόμα ερωτευμένος μαζί της. Προσωπικά, η ταινία δεν με «έπιασε», όπως λένε, από την καρδιά και να με μαγέψει, να με «στείλει». Άφησε εκτός λευκού πανιού της αισθήσεις μου μετέωρες να παρακολουθούν μια περισπούδαστη, καλλιτεχνική σπονδή στο γνωστό, γαλλικό υπερφίαλο θείσκο του, «πολύ φασαρία για το τίποτα».      

«Game Night»

 

  • Είδος: Κωμωδία – περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Τζον Φράνσις Ντάλεϊ & Τζόναθαν Γκολντστάιν Ρόμπερτς
  • Με τους: Τζέισον Μπέιτμαν, Ρέιτσελ ΜακΑνταμς, Κάιλ Τσάντλερ, Μπίλι Μάγκνουσεν, Σάρον Χόργκαν
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Tanweer

Πωρωμένα ζευγάρια με τα πάσης φύσεως επιτραπέζια παιχνίδια συγκεντρώνονται και παίζουν. Το ζεύγος Μαξ (Τζέισον Μπέιτμαν) και Άννι (Ρέιτσελ ΜακΆνταμς) είναι αυτό που λέμε οι εξπέρ του είδους. Αν και αγαπημένοι, είτε ως σύμμαχοι, είτε ως αντίπαλοι δοκιμάζουν τις γνώσεις τους με υπέρμετρο ανταγωνισμό. Πιστοί στο εβδομαδιαίο ραντεβού τους για επιτραπέζια παιχνίδια με φίλους καταφθάνει ο Μπρουκς (Κάιλ Τσάντλερ), ο χαρισματικός αδερφός του Μαξ, που βάζει πολύ ψηλά τον πήχη: Τους προσκαλεί να πάρουν μέρος σ’ ένα παιχνίδι μυστηρίου γεμάτο δολοφονίες, κακοποιούς, ομοσπονδιακούς πράκτορες, όπου τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και παιχνιδιού δεν είναι τόσο ευδιάκριτα, όπως, για παράδειγμα, όταν ο Μπρουκς πέφτει θύμα απαγωγής. Οι έξι παίκτες τα παίζουν όλα για όλα για να ξεδιαλύνουν την υπόθεση και να κερδίσουν, ώσπου αρχίζουν να συνειδητοποιούν, πως ούτε παιχνίδι παίζουν, ούτε ο Μπρουκς είναι αυτό που φαίνεται να είναι.

Ταμπού, τζένγκα, τρίβιαλ, παντομίμες, μονόπολι, σκράμπλ και σκιτσογραφίες αγκαλιάζονται σφιχτά με ένα διευρυμένο σε δράση και σενάριο «mystery room» γεμάτο γέλιο και πλοκή τραβηγμένη, βέβαια, από τα μάγουλα μέχρι να κοκκινίσει και να πονέσει. Στο γνωστό περιβάλλον της περιπετειώδους κωμωδίας ο Τζέισον Μπέιτμαν μαζί με την σπιρτόζα Ρέιτσελ ΜακΑνταμς συνθέτουν ένα καλό ντουέτο σε κωμικοτραγικές καταστάσεις. Είναι, όμως, τόσο «τερατώδης» η εξέλιξη και η εξήγηση στο φινάλε που τα σεναριακά λάθη βγαίνουν γρήγορα στην επιφάνεια.