fbpx

«Αγαπώντας τον Πάμπλο»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Αγαπώντας τον Πάμπλο» 

(Loving Pablo)  

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Σκηνοθεσία: Φερνάντο Λεόν ντε Αρανόα
  • Με τους: Χαβιέρ Μπαρδέμ, Πενέλοπε Κρουζ, Πίτερ Σκάρσγκαρντ, Τζούλιετ Ρεστρέπο
  • Διάρκεια: 128’
  • Διανομή: Odeon

Οι βιογραφικές ταινίες, τα τηλεοπτικά σίριαλ, τα ντοκιμαντέρ που έχουν γυριστεί για τον Κολομβιανό βαρώνο της κόκας Πάμπλο Εσκομπάρ έχουν ξεπεράσει σε αριθμό αυτές του Ζορό και του Ρομπέν των Δασών. Νισάφι πια. Ο άνθρωπος ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εγκληματίες που πέρασαν από την ιστορία της δύσης και δεν μπορώ να καταλάβω τον λόγο για όλες αυτές τις αναφορές που γίνονται στο πρόσωπο και τα «κατορθώματα» του. Από την μια, ναι, πιθανώς να ευημερούσαν οι καταραμένες παραγκογειτονιές του Μεδεγίν (δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Κολομβίας μετά την Μπογκοτά) από τις γενναιοδωρίες του πρεζέμπορα Πάμπλο (έχτισε σχολεία, πάρκα, νοσοκομεία και πολλά σπίτια για τους φτωχούς ανθρώπους), από την άλλη όμως ήταν ο πιο αποτελεσματικός μεσίτης θανάτου, είτε από τις ειδεχθείς δολοφονίες και τα ανατριχιαστικά βασανιστήρια που ο ίδιος οργάνωνε, είτε από την πώληση της πρέζας σε Νότιο, Βόρειο Αμερική και Ευρώπη, είτε από τους μαζικούς θανάτους των μαχών που έστηνε με τους κυβερνητικούς αντιπάλους του (το 1991 οι άνθρωποι του Εσκομπάρ είχαν σκοτώσει 4.000 ανθρώπους εκ των οποίων οι 600 ήταν αστυνομικοί). Το μέγα επίτευγμά του ήταν, ότι πρώτος πέρασε τα καλής ποιότητας ναρκωτικά του από την Κολομβία στην χώρα των γκρίνγκος (θυμάστε το American Made με τον Τομ Κρουζ) «ποτίζοντας» την αμερικανική επικράτεια με φίνα κόκα, που μέχρι εκείνη την εποχή (δεκαετία του ’80) μόνο η Ασία προμήθευε τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους. Ο Εσκομπάρ έφτασε να ελέγχει το 80% του παγκόσμιου εμπορίου κοκαΐνης. Καταλαβαίνεται λοιπόν, τα συμφέροντα που παίχτηκαν σε εθνικό, οικονομικό επίπεδο της χώρας που για τον παγκόσμιο έλεγχο των ναρκωτικών η Αμερική έστησε τον πόλεμο της Κορέας και του Βιετνάμ. Θα άφηνε τώρα τον Εσκομπάρ και τον κάθε Κολομβιανό «βαρώνο» κόκας να αρμέγουν ζεστό, αμερικανικό πράσινο χρήμα και να το αποθηκεύουν εκτός των ΗΠΑ; Όχι, βέβαια! Ο Εσκομπάρ εάν δεν είχε την πετριά της πολιτικής (ήθελε να γίνει πρόεδρος της κολομβιανής δημοκρατίας και προθυμοποιήθηκε να αποπληρώσει από τα δικά του χρήματα το χρέος της Κολομβίας που έφτανε τα 10 δις) και παρέμενε αποκλειστικά συγκεντρωμένος στην διακίνηση των ναρκωτικών θα είχε ξετινάξει την αμερικανική οικονομία. Το πάθος του με την πολιτική δημιούργησε πολλά προβλήματα με αποτέλεσμα να ανοίξει χαραμάδες, να αναλάβουν δράση οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και τελικά να τον εξοντώσουν. Κατά τα άλλα ήταν ένα κτήνος που δεν είχε μέτρο και σκότωνε για ψύλλου πήδημα. Παρά ταύτα οι εσκομπαρικές αγιογραφίες παίρνουν και δίνουν, υπενθυμίζοντας μας τι; Τον στυγνό εγκληματία που αντιμετώπισε την υπερδύναμη της Αμερικής. Παρότι ήταν έξυπνος είχε νοσηρό μυαλό, αρρωστημένη σκέψη και δίψα για εξουσία. Διέθετε απροσμέτρητο πλούτο. Το 1989 ανακηρύχθηκε από το περιοδικό Forbes ως ο έβδομος πλουσιότερος στον κόσμο άνθρωπος με περιουσία που ανερχόταν, σύμφωνα με πρόχειρες εκτιμήσεις, στα 300 δις δολάρια μετρητά. Τα ποντίκια στις αποθήκες που είχε συσσωρευμένα τα χρήματα του έτρωγαν περί τα 200 εκατομμύρια δολάρια τον χρόνο. Συντηρούσε έναν πολυάριθμο στρατό, τους Σικάριο, που οι άνδρες του, εν ονόματι του «πατρόνε» Πάμπλο, έδιναν την ζωή τους όχι γιατί έτρεφαν πίστη σε αυτόν, αλλά για τα χρήματα που πρόσφερε. Άλλωστε δικοί του Μεδεγίνοι καθάρισαν αυτόν και το πρωτοπαλίκαρο του, τον Αλβάρο Ντε Γιέζους Αγκουτέλο (γνωστός και ως Ελ Λιμόν) όταν η CIA έκλεισε καθοριστικά τον κλοιό γύρω του και τα πτώματα των εσκομπαρικών, εν είδει λόφων, κοσμούσαν τις πλατείες και τους δρόμους της Κολομβίας. Το οξύμωρο της υπόθεσης ήταν, πως όταν η Κολομβιανή ομάδα «Search Bloc» για την εξόντωση του Εσκομπάρ, θα τον εξολόθρευε έπρεπε να φωνάξουν το σύνθημα: «Free Colombia». Αστείο εντελώς!

Τούτη η μεταφορά των δραστηριοτήτων και του τέλους του «βασιλιά» της κόκας, Πάμπλο Εσκομπάρ (Χαβιέ Μπαρδέμ – καλός) είναι ένα biopic γραμμένο από την Κολομβιανή τηλεπαρουσίαστρια, μοντέλο και ερωμένη του βαρώνου της κόκας, Μπιρχίνια Μπαγέχο («Αγαπώντας τον Πάμπλο, μισώντας τον Εσκομπάρ», εκδόσεις Ψυγιοχός), που υποδύεται η Πενέλοπε Κρουζ (καλή). Το 1982 η παρουσιάστρια γνώρισε τον Πάμπλο Εσκομπάρ, έναν μυστηριώδη τριαντατριάχρονο πολιτικό, που στην πραγματικότητα, κινούσε τα νήματα ενός ασύλληπτα πλούσιου κόσμου, όπου μεγάλο μέρος της αδιάλειπτης ροής χρήματος, προερχόμενου από το εμπόριο κοκαΐνης, διοχετευόταν σε φιλανθρωπικά έργα και σε προεκλογικές εκστρατείες υποψηφίων για την προεδρία, τους οποίους επέλεγε ο ίδιος. Η όμορφη παρουσιάστρια γοητευμένη από τον πλούτο και την δύναμη του Πάμπλο άρχιζε να τον μπάζει στα κόλπα των ΜΜΕ. Οπότε λοιπόν ο αρχηγός του καρτέλ του Μεδεγίν παρουσιάζεται, ας πούμε, μέσα από τα μάτια της τσαχπίνας Μπιρχίνια, που ο Εσκομπάρ την είχε στα πούπουλα, μη αμελώντας την γυναίκα του Μαρία Βικτόρια (Τζούλιετ Ρεστρέπο – καλή) και τα δυο παιδιά του (και ο γιός του Χουάν έχει γράψει βιβλίο για τον πατέρα του). Ο Μπαρδέμ πήρε αρκετά κιλά για να μπει στο πετσί του ρόλου και η Κρουζ συντονίστηκε ικανοποιητικά με τον χαρακτήρα της πεταχτούλας Μπιρχίνια, η οποία γενικώς έπαιζε ολούθε το ματάκι της, αλλά στον Πάμπλο ήταν πιστή (εάν ήθελε ας μην ήταν). Μια καλή στιγμή της ταινίας, που δείχνει το μέγεθος της δύναμης του Εσκομπάρ είναι όταν συναινεί με την Κολομβιανή κυβέρνηση για να αποφύγει την έκδοσή του στις Ηνωμένες Πολιτείες, αποδεχόμενος να φυλακιστεί αλλά με τους δικούς του όρους. Έχτισε ο ίδιος μια πολυτελή φυλακή, την «Λα Κατεντράλ» για τον εαυτό του και τους συνεργάτες του, συνεχίζοντας τις εγκληματικές δραστηριότητες σαν να βρίσκεται στο γραφείο του. Όταν πληροφορήθηκε πως οι αρχές ετοιμάζονται με τέχνασμα να τον συλλάβουν και να τον μεταφέρουν σηκωτό σε κανονική φυλακή, ο Πάμπλο απέδρασε.  Έφτασε και η στιγμή που οι κυβερνητικοί με βοήθεια από την CIA άρχισαν να εξοντώνουν τους ανθρώπους του στενού κύκλου του Εσκομπάρ. Έτσι η μοντέλα Μπιρχίνια  «κατουρήθηκε» επάνω της, καθώς απειλήθηκε παραπάνω από μια φορά η ζωή της, γλυτώνοντας στο τσακ τον θάνατο. Πρώτα απαρνήθηκε τον έρωτα της (κάτι που πλήγωσε τον Εσκομπάρ) και μετά έτρεξε ξερά να δώσει τον Παμπλίτο της στον πράκτορα της CIA, Σέπαρντ (Πίτερ Σκάρσγκαρντ – καλός), φυσικά με ανταλλάγματα. Η παραγωγή είναι άρτια (πολύ καλή αποτύπωση των eighties), αλλά δυο τινά συμβαίνουν. Η σκηνοθεσία του βραβευμένου, Ισπανού Φερνάντο Λεόν ντε Αρανόα («Οι Πριγκίπισσες των Δρόμων», «Μια υπέροχη μέρα») κινείται σε ανάλαφρους τόνους, αφαιρώντας σοβαρότητα και ενδελεχούς καταγραφής στο όλο θέμα. Το δεύτερο, είναι, ότι ενώ όλοι οι βασικοί συντελεστές είναι Ισπανοί και το σενάριο αφορά έναν Κολομβιανό (οπότε ισπανική διάλεκτος) η ταινία μιλάει αγγλικά. Τέλος πάντων, ρόλοι σαν αυτόν, για τον μεγάλο ηθοποιό Χαβιέ Μπαρδέμ είναι βουτυράκι στο παντεσπάνι του.