fbpx

Έτος Χαλεπά το 2018

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

Οκτώ 10ετίες πέρασαν από τότε που αναχώρησε για τις αιώνιες μονές ο περίφημος γλύπτης Γιαννούλης Χαλεπάς, που τόσο σημαντική υπήρξε η συμβολή του  στην εξέλιξη της ελληνικής πλαστικής έκφρασης, και το Πνευματικό Κέντρο Πανόρμου της Τήνου, που φέρει το όνομά του , χαρακτήρισε ως Έτος Χαλεπά , τη χρονιά που διανύουμε .

Η απόφαση αυτή , όπως αναφέρεται στο σκεπτικό των μελών  της διοίκησης «υπήρξε απότοκος, συντονισμένων ενεργειών του Πνευματικού Κέντρου Πανόρμου, προς τη Διεύθυνση Σύγχρονου Πολιτισμού, Τμήμα Εικαστικών Τεχνών, Αρχιτεκτονικής, Φωτογραφίας και Σχεδίου, του Υπουργείου Πολιτισμού. Το Πνευματικό Κέντρο Πανόρμου υπέβαλε στο Υπουργείο ολοκληρωμένο και κοστολογημένο πρόγραμμα πολιτιστικών εκδηλώσεων, που αναδείχθηκε με τη συνεργασία, βοήθεια και συμμετοχή των μειζόνων πολιτιστικών φορέων και συλλόγων της Τήνου, όλου του πνευματικού, επιστημονικού και καλλιτεχνικού δυναμικού του νησιού, των Τηνίων εργατών της τέχνης του μαρμάρου, Ακαδημαϊκών, Καθηγητών Αρχαιολογίας  και Ιστορικών Τέχνης, κορυφαίων ψυχαναλυτών και συγγραφέων, της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, των ΕΛΤΑ, των ΤΕΙ Αθηνών και της Υπηρεσίας Νεότερων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού».

Η Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού Λυδία Κονιόρδου, με την υπ’ αριθμ. ΥΠΠΟ/Α/ΓΔΣΠ/ΔΕΠΠ/ΤΕΤΑΦΣ 3763/5106/22-12-2017 απόφασή της, έθεσε υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού, τις πολιτιστικές εκδηλώσεις του Έτους Χαλεπά (2018), που διοργανώνει το Πνευματικό Κέντρο Πανόρμου Γιαννούλης Χαλεπάς του Δήμου Τήνου, από τον Ιανουάριο έως τον Δεκέμβριο του 2018, στην Τήνο, τη Σύρο, τη Χίο τα Ιωάννινα και την Αθήνα.

Σημαντικό μέρος των πολιτιστικών εκδηλώσεων είναι η υιοθέτηση διδασκαλίας από εικαστικούς δασκάλους και ιστορικούς τέχνης, της ζωής και του έργου του Γιαννούλη Χαλεπά στα πέντε Δημοτικά Σχολεία της Τήνου, με τη συναίνεση της προϊστάμενης αρχής στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Οι εργασίες των μαθητών βραβεύονται ανά Σχολείο και οι συμμετέχοντες μαθητές παραλαμβάνουν δίπλωμα συμμετοχής στο Έτος Χαλεπά. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει επισκέψεις στα Μουσεία της Τήνου και στο σπίτι – Μουσείο Γιαννούλη Χαλεπά.

Στο πρόγραμμα των πολιτιστικών εκδηλώσεων του Έτους Χαλεπά επιθυμούν να μετάσχουν και άλλοι Δήμοι και πολιτιστικοί φορείς, ως επίσης και μεμονωμένοι εργάτες της τέχνης. Το Πνευματικό Κέντρο Πανόρμου, θα τους εντάξει στο Έτος Χαλεπά και θα τους παράσχει κάθε δυνατή βοήθεια. Ειδικότερα για τους Τηνιακούς Συλλόγους, στην Τήνο και την Αθήνα τον μήνα Φεβρουάριο 2018, στην αίθουσα της Αδελφότητας των εν Αθήναις Τηνίων, το Πνευματικό Κέντρο Πανόρμου θα διοργανώσει συγκέντρωση ενημέρωσης του προγραμματισμού των πολιτιστικών εκδηλώσεων του  Έτος Χαλεπά και θα καταγραφεί η επιθυμία συμμετοχής σε αυτό των Συλλογικών φορέων του νησιού.

Οι εκθέσεις του Έτους Χαλεπά, θα ταξιδέψουν σε πόλεις της Ελλάδας, μέχρι το τέλος του έτους 2018.

Το Πνευματικό Κέντρο Πανόρμου, οργανώνει σειρά καλλιτεχνικών δράσεων προς τιμή του, μεταξύ των οποίων και μία έκθεση των μελών του Συλλόγου Τηνίων Καλλιτεχνών με θέμα «Συνομιλώντας με τον Γιαννούλη».

Όμως ο Γιαννούλης Χαλεπάς, και το περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννήθηκε, ανδρώθηκε και δούλεψε συνδέονται με το μάρμαρο, με την τηνιακή μαρμαρογλυπτική. Ο ίδιος εξάλλου, βαθύς γνώστης του μαρμάρου, δούλεψε τα έργα της πρώτης περιόδου της καλλιτεχνικής του παραγωγής (Φιλοστοργία, Σάτυρος, κ.ά.).

«Για τους λόγους αυτούς κρίνουμε ότι οι τηνιακοί μαρμαρογλύπτες, όλοι, χωρίς καμιά εξαίρεση, θα πρέπει να στηρίξουν μία έκθεση έργων τους με τίτλο «Μνήμη Γιαννούλη Χαλεπά», σημειώνεται στην ανακοίνωση του Πνευματικού Κέντρου Πανόρμου. Πρόκειται για έργα που θα έχουν σχέση με τη ζωή και το έργο (γλυπτά και σχέδια) του μεγάλου γλύπτη.

Την έκθεση αυτή φιλοδοξούν να την παρουσιάσουν  το καλοκαίρι (μήνα Αύγουστο) στην Αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου στον Πύργο και στη συνέχεια σε μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας (Αθήνα και σε Δήμους της Ελληνικής Επικράτειας, που ενδιαφέρονται να την φιλοξενήσουν ) χωρίς καμία επιβάρυνση των εκθετών. Η μοναδική υποχρέωσή του, όπως διευκρινίζεται , θα   είναι η μεταφορά των έργων στο χώρο της έκθεσης, στον Πύργο, με την απαραίτητη ασφαλή συσκευασία τους. Μετά το πέρας των εκθέσεων, θα επιστραφούν στους δικαιούχους τους.

                                                     Ποιος ήταν ο Γιαννούλης Χαλεπάς

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς ήταν γόνος οικογένειας φημισμένων Τηνίων μαρμαρογλυπτών. Ο πατέρας του, Ιωάννης, και ο θείος του είχαν μεγάλη οικογενειακή επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής με παραρτήματα στο Βουκουρέστι, την Σμύρνη και τον Πειραιά. Ο Γιαννούλης, ο μεγαλύτερος από τα πέντε αδέλφια του, είχε έφεση στην μαρμαρογλυπτική και βοηθούσε τον πατέρα του στα έργα που ετοίμαζε ο τελευταίος για διάφορες εκκλησίες. Οι γονείς του τον προόριζαν για έμπορο, αλλά ο ίδιος τελικά αποφάσισε να σπουδάσει γλυπτική.

Από το 1869 έως το 1872, μαθήτευσε στο Σχολείον των Τεχνών (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) με δάσκαλο τον Λεωνίδα Δρόση. Το 1873 έφυγε για το Μόναχο με υποτροφία του Πανελλήνιου Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, για να συνεχίσει τις σπουδές του στην εκεί Ακαδημία Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Μαξ φον Βίντμαν (Max von Windmann). Κατά την διάρκεια της παραμονής του στο Μόναχο, εξέθεσε τα έργα του Το παραμύθι της Πεντάμορφης και Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα, για τα οποία και βραβεύθηκε. Παρουσίασε επίσης τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, μαζί με το ανάγλυφο της Φιλοστοργίας, στην Έκθεση των Αθηνών το έτος 1875.

Το 1876 επέστρεψε στην Αθήνα, όπου άνοιξε δικό του εργαστήριο. Το 1877 ολοκλήρωσε στο μάρμαρο τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, και τον ίδιο χρόνο άρχισε να δουλεύει το πιο διάσημο γλυπτό του, την Κοιμωμένη για τον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Την Κοιμωμένη του από το πήλινο πρόπλασμα την μετέφεραν αργότερα με το γλύφανό τους στο μάρμαρο οι μαρμαρογλύπτες Χαμηλός και Αλεξάκης.

Τον χειμώνα του 1877 προς 1878, ο Χαλεπάς υπέστη νευρικό κλονισμό. Χωρίς κανέναν προφανή λόγο, άρχισε να καταστρέφει έργα του, ενώ επιχείρησε κατ’ επανάληψη να αυτοκτονήσει. Σήμερα γνωρίζουμε ότι τα αίτια της ψυχασθένειάς του ήταν η τελειομανία του, η υπερκόπωση από την αδιάκοπη εργασία και ένας ατυχής έρωτας για μία νεαρή συμπατριώτισσά του, που την ζήτησε σε γάμο και οι γονείς της αρνήθηκαν να του την δώσουν. Ωστόσο, εκείνη την εποχή, με την ψυχολογία και την ψυχιατρική ακόμα στα πρώτα τους στάδια, οι γονείς του Χαλεπά και οι γιατροί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τα βαθύτερα αίτια της ψυχασθένειας του νεαρού γλύπτη. Έτσι οι γονείς του τον έστειλαν ταξίδι στην Ιταλία, για να συνέλθει, αλλά η θεραπεία ήταν μόνο πρόσκαιρη. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα άρχισαν ξανά τα συμπτώματα: καταβύθιση στην σιωπή, απομόνωση, παραμιλητό και αναίτιο γέλιο.

Καθώς η κατάστασή του επιδεινώνονταν συνεχώς, το 1888, οι γιατροί διέγνωσαν «άνοια» και οι δικοί του αποφάσισαν να τον κλείσουν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Στο Ψυχιατρείο, ο Χαλεπάς αντιμετωπίστηκε με τον σκληρό τρόπο που αντιμετώπιζαν όλους τους ψυχασθενείς την εποχή εκείνη: οι γιατροί και οι φύλακες είτε του απαγόρευαν να σχεδιάζει και να πλάθει, είτε του κατέστρεφαν οτιδήποτε εκείνος είχε δημιουργήσει και είχε κρύψει στο ερμάριό του. Λέγεται πως από όσα προσπάθησε να δημιουργήσει μέσα στο Ψυχιατρείο ένα μόνον έργο σώθηκε, κλεμμένο από κάποιον φύλακα και παραπεταμένο στα υπόγεια του ιδρύματος, όπου ξαναβρέθηκε τυχαία το 1942.

Το 1901 πέθανε ο πατέρας του και έναν χρόνο μετά η μητέρα του πήγε στο Ψυχιατρείο, για να τον πάρει πίσω μαζί της στον Πύργο της Τήνου. Στην Τήνο έζησε υπό την αυστηρή επιτήρηση της μητέρας του, η οποία πίστευε ότι ο γιος της τρελάθηκε από την τέχνη. Για τον λόγο αυτό, η μητέρα του δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί ξανά με την γλυπτική, σε σημείο που, αν εκείνος έφτιαχνε κάτι στοιχειώδες με κάρβουνο ή πηλό, εκείνη το κατέστρεφε.

Όταν πέθανε η μητέρα του το 1916, ο Χαλεπάς είχε ξεκόψει παντελώς από την τέχνη του. Ζούσε πάμφτωχος βοσκώντας πρόβατα και φέροντας το βαρύ στίγμα του τρελού του χωριού. Βρήκε ωστόσο το κουράγιο και άρχισε ξανά να ασχολείται με την γλυπτική. Τα μέσα που διέθετε ήταν παντελώς πρωτόγονα και το επαρχιακό περιβάλλον εχθρικό προς κάθε αλαφροΐσκιωτο, αλλά εκείνος με πείσμα άρχισε να δημιουργεί, για να κερδίσει τον χαμένο χρόνο.

Το 1923, ο Θωμάς Θωμόπουλος, καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και θαυμαστής του Χαλεπά, αντέγραψε σε γύψο πολλά έργα του γλύπτη για να τα παρουσιάσει στην Ακαδημία Αθηνών το 1925. Η έκθεση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να βραβευθεί ο γλύπτης το 1927 με το Αριστείο των Τεχνών. Το γνήσιο ταλέντο του αλλά και η φήμη του τρελού γλύπτη που ξαναβρήκε τα λογικά του τον καθιέρωσαν ως τον «Βαν Γκογκ», τον «Ροντέν» ή τον «Πικάσο» των νεωτεριστών καλλιτεχνών. Το 1928 πραγματοποιήθηκε δεύτερη έκθεση έργων του στο Άσυλο Τέχνης, και το 1930, με την επιμονή μιας ανεψιάς του, ο γλύπτης αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Αθήνα.

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς ήταν και παραμένει μια κορυφαία μορφή στην νεότερη ελληνική Τέχνη. Τα έργα του — εκ των οποίων περισώθηκαν περίπου 150 — είναι κλασικά στην σύλληψή τους. Ωστόσο, κατά τον Στάντη Ρ. Αποστολίδη, η γεωμετρικότητα αυτών των έργων προϊδεάζει νεοτερικές τάσεις.

Η ιστορία της Ωραίας Κοιμωμένης

Εκείνο πάντως που μπορεί να εκτιμήσει και ο πιο ανίδεος παρατηρητής των γλυπτών του Χαλεπά είναι η εκφραστικότητα των προσώπων και των σωμάτων — είτε πρόκειται για έναν Σάτυρο, είτε για την Μήδεια με τα παιδιά της, είτε πρόκειται για την νεαρή Κοιμωμένη. Από αυτή την άποψη ο Χαλεπάς στέκεται ισάξιος ενός Ροντέν. Το έργο του «Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα» (1877)είναι φτιαγμένο από μάρμαρο ύψους 1,35 μ. και βρίσκεται στην Εθνική Γλυπτοθήκη στην Αθήνα. Σ’ αυτό το νεανικό έργο του ο Χαλεπάς συνδυάζει την παράδοση της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής με στοιχεία από το ρομαντισμό και το ρεαλισμό.

Στο  Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, ανάμεσα στα πολλά γλυπτά μνημεία, βρίσκεται και η «κοιμωμένη», ένα έργο που έκανε διάσημο τον Τήνιο γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά και αθάνατο ένα ρομαντικό και πανέμορφο κορίτσι, την 18χρονη Σοφία, κόρη του Κωνσταντίνου Αφεντάκη, που ζούσε με την οικογένειά της στην οδό Σωκράτους, της Αθήνας.

Στα 16 της, (γεννήθηκε το 1860) όλα τα αγόρια ήταν τρελά ερωτευμένα μαζί της και η αθηναϊκή κοινωνία την είχε ανακηρύξει «κόρη των Αθηνών». Καλούσαν την οικογένειά της σε δεξιώσεις, έκλεβε την παράσταση και η εφημερίδες έγραφαν για την παρουσία της «…η εκπάγλου καλλονής Σοφία Αφεντάκη, μετά του κυρίου και της κυρίας Αφεντάκη…». Αυτά δεν τη συγκινούσαν, της ήταν αδιάφορα. Επιζητούσε μονίμως τη μοναξιά και τον ρεμβασμό… Κάποτε, καμιά δεκαριά φοιτητές, όπως ο Μανώλης Καλομοίρης, ο Καλλιφρονάς (έγινε δήμαρχος), ο Λέκκας κ.α., οργάνωσαν εκδήλωση προς τιμήν της Σοφίας, στην ταβέρνα «Τις πταίει» στην οδό Ηφαίστου 53,  που πήρε το όνομά της από το γνωστό άρθρο του Τρικούπη. Οι  νέοι μαζεύτηκαν στην ταβέρνα με τα ποιήματα τους και την περίμεναν για να τα απαγγείλουν.

Η Σοφία τους έστησε και γύρω στα μεσάνυχτα, όταν το γλέντι άναψε, ήρθε η χωροφυλακή και η φοιτητική βραδιά είχε άδοξο τέλος. Τη Σοφία την ερωτεύθηκαν πολλοί, όπως ο γενναίος υπολοχαγός Καλλέργης, με γεμάτο το κορμί του από σφαίρες που «κέρδισε» στο πεδίο της μάχης και μία βαθιά ουλή από μονομαχία για λόγους τιμής. Η κόρη των Αθηνών όμως δεν ενέδιδε και δεν την ενδιέφεραν τα φλερτ. Δε συγκινήθηκε ούτε από τον Γάλλο πλωτάρχη Αρνέ, που τον θάμπωσε στην δεξίωση της αμερικανικής πρεσβείας και την επομένη, ενώ έπρεπε να αποπλεύσει με το πολεμικό ιστιοφόρο, προφασίστηκε βλάβη, για να μείνει στην Αθήνα να την ξαναδεί… Δεν την συγκίνησε ούτε το προξενιό με το πλουσιόπαιδο Γιαννάκη Αναστασόπουλο, που της έκανε ο πατέρας της. Στις αρχές του 1878 -όπως έγραψε (Ιούλιος 1950) στον «Προοδευτικό Φιλελεύθερο» ο δημοσιογράφος Σπ. Δενδρινός- ο Αφεντάκης φεύγει με τη Σοφία στη Νάπολη, για δουλειές . Με πρόσκληση του δημάρχου, πηγαίνουν στην όπερα, όπου η Σοφία ακούει τις μελωδίες του τενόρου Μάριο Τζοβάνι και ο κόμπος λύνεται. Η Σοφία,τον ερωτεύεται ακαριαία και παράφορα!

Βγαίνουν ένα βράδυ ως αργά, πέφτει στην αγκαλιά του και εκεί  την βρίσκει το πρωί… Γυρίζει αγωνιωδώς στο ξενοδοχείο και ηρεμεί όταν διαπιστώνει ότι δεν είναι εκεί ο πατέρας της, που έλλειπε για δουλειές. Ένα απόγευμα τρέχει να δει τον Μάριο και τότε ο πατέρας της ανακαλύπτει ένα γράμμα του. Ο τενόρος της έγραφε: «ούτε μια στιγμή δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Χθες με αποθέωσαν στην όπερα, μα εγώ έψαχνα εσένα… Και όταν γύρισα στο σπίτι, στη γοητευτική φωλίτσα μας, έκανα όνειρα για μας…». Ο Αφεντάκης γίνεται έξαλλος. Οργισμένος, τον αποκαλεί «παλιάνθρωπο!» και γυρίζει με τη Σοφία αμέσως στην Αθήνα. Ο χωρισμός τους πλέον γίνεται αβάσταχτος. Τις νύχτες η Σοφία δεν κοιμάται, αναζητεί τον Μάριο, του γράφει συνέχεια, χωρίς να παίρνει απάντηση. Δεν τρώει, πέφτει σε μελαγχολία και αποφασίζει να τερματίσει τη ζωή της με δηλητήριο.

Στις 28 Νοεμβρίου, βροχερή μέρα, στο προσκέφαλό της, η φίλη της Καλλιρρόη Παρρέν την κοιτά δακρυσμένη, καθώς εκείνη ψελλίζει το όνομα του Μάριο. Λίγο μετά παραδίδει το πνεύμα της. Χιλιάδες άνθρωποι την έκλαψαν την επομένη. Ο Αχιλλέας Παράσχος έγραφε: «Η κόρη στο προσκέφαλο την κεφαλή αφήνει. Τα δυο της χέρια τ’ ακουμβά, στ’ αδύνατά της στήθια, και σαν πουλάκι ξεψυχά και σαν πουλάκι σβήνει…». Το τέλος του Μάριο Μετά από ένα δίμηνο, ο Αφεντάκης πηγαίνει στη Νάπολη να βρει το ειδικό «λεπτόκοκκο» μάρμαρο στα λατομεία της Καρέρα, που του ζήτησε ο Χαλεπάς για να φτιάξει το μνημείο της Σοφίας. Στο ξενοδοχείο διαβάζει στην εφημερίδα την τρομερή είδηση: «Εις τον «Λόφον του έρωτος», ηυτοκτόνησεν ο διάσημος τενόρος Μάριο Τζοβάνι…». Ο τενόρος πριν από 6 μήνες  είχε τραυματιστεί σοβαρά, νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο και όταν εξήλθε, βρήκε στο σπίτι όλες τις επιστολές της Σοφίας. Τις διάβασε και  ζήτησε πληροφορίες από την Αθήνα. Όταν του ανήγγειλαν τον θάνατό της,  έθεσε τέρμα στη ζωή του με μία σφαίρα στην καρδιά.