fbpx

Ένα Ήσυχο Μέρος

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Ένα Ήσυχο Μέρος»              

(A Quiet Place)

 

  • Είδος: Τρόμου επιστημονικής φαντασίας
  • Σκηνοθεσία: Τζον Κραζίνσκι
  • Με τους: Εμιλι Μπλαντ, Τζον Κραζίνσκι, Μίλισεντ Σίμοντς, Νόα Τζιπ
  • Διάρκεια: 95’
  • Διανομή: UIP

Οι τεχνικές του κινηματογραφικού τρόμου είναι συγκεκριμένες. Το πρωταρχικό στοιχείο είναι να νοιώσει ο θεατής άβολα στο περιβάλλον που έχει επιλέξει ο εκάστοτε σκηνοθέτης στην ταινία τού συγκεκριμένου είδους και να ταυτίζεσαι με τους πάσχοντες (classic). Το δεύτερο είναι ο τρόμος να υπάρχει εν δυνάμει γύρω σου δίχως να τον βλέπεις για αρκετό σημαντικό χρονικό διάστημα, ώστε η φαντασία να στέκει επί ξύλου κρεμάμενη και η ατμόσφαιρα να ηλεκτρίζεται από τις συμπεριφορές και τις αντιδράσεις των ηρώων. Κι αυτό που μου αρέσει, προσωπικά, είναι να συναντώ την κατάσταση στο σενάριο και όχι να δημιουργείται κατά την διάρκεια της ταινίας.  Κατάσταση εννοώ, κάτι που ήδη υφίσταται στο στόρι, είναι απέραντα κακό, φονικό, καταστροφικό, ανελέητα μοχθηρό, σπέρνει τον θάνατο, δύσκολα αντιμετωπίζεται και επιβάλει στο ανθρώπινο είδος να ζει με τους δικούς του κανόνες, εάν, φυσικά επιθυμούμε ως είδος να συνεχίσουμε να υφιστάμεθα. Γι αυτό ο Τζόρτζ Ρομέρο στο «Dawn of the Dead» (Ζόμπι: Το Ξύπνημα των Νεκρών) του 1978 ξεχώρισε απ΄ όλους τους υπόλοιπους του είδους. Η επιδημία υπήρχε, τα ζόμπι τα βρήκαμε στο σενάριο και αυτό που νοιώθαμε ήταν η απόγνωση, το ανθρώπινο ξεβόλεμα, η ακύρωση των πεποιθήσεων και οι αλλαγές που αναγκάστηκαν να υποστούν οι άνθρωποι για να γλυτώσουν.

Δεν θα γράψουμε πολλά για την υπόθεση της ταινίας, κι αυτό διότι είναι δομημένη με τέτοιο τρόπο που εξ’  αρχής τα κεφάλαια της σπρώχνουν το ένα το άλλο την εξέλιξη της ιστορίας έως την τελευταία σεκάνς. Να μην χαλάσουμε, λοιπόν, τα μικρά «στολίδια» και τις εκπλήξεις της, αλλά να αναφέρουμε τα εξής απλά: Το κακό υπάρχει και δεν μαθαίνουμε ποτέ, πού και πως προκλήθηκε (απίθανο!). Κάποια θεότυφλα, δυνατά και γρήγορα αρθρόποδα τέρατα υπερευαίσθητα στον ήχο κυριαρχούν στον πολιτισμένο κόσμο της γης, προκαλώντας τον θάνατο από την στιγμή της δημιουργίας του οποιουδήποτε τεχνητού θορύβου ακόμα και ομιλίας. Η πενταμελής οικογένεια με τον πατέρα Λι (Τζον Κραζίνσκι – πολύ καλός), την μητέρα Έβελιν (Έμιλι Μπλαντ – καταπληκτική), την μεγάλη θυγατέρα τους, την 13χρονη Ρίγκαν (Μίλισεντ Σίμοντς – παρότι κωφή στην πραγματικότητα, η πιτσιρίκα είναι μαγευτική), κι ακόμα δυο μικρότερα αγόρια. Η οικογένεια ζει στην απόλυτη σιωπή σε μια αγροικία έξω από την ακατοίκητη πόλη, προσπαθώντας να επιβιώσει μακριά από την θανατηφόρα απειλή. Η οικογένεια επικοινωνεί με την νοηματική των κωφαλάλων, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των αντικειμένων της καθημερινότητας και των αναγκών τους στο σπίτι είναι φτιαγμένα από υλικά που δεν προκαλούν θόρυβο. Περπατούν ξυπόλητοι, τρώνε με τα χέρια και αντί για πιάτα χρησιμοποιούν τεράστια φύλλα φυτών. Φωτίζονται με λάμπες πετρελαίου και ηλεκτρικό ρεύμα χρησιμοποιούν μόνο στο υπόγειο, που ο ήχος περιορίζεται και ο πατέρας Λι, έχει στήσει ένα ηλεκτρονικό σύστημα παρακολούθησης και ασφάλειας, ελέγχοντας την κίνηση και τις δραστηριότητες των τεράτων πέριξ και εντός της αγροικίας. Με τους ελάχιστους ζωντανούς ανθρώπους που βρίσκονται σε μια μεγάλη ακτίνα γύρω τους, επικοινωνούν τη νύχτα μεταξύ τους με φρυκτωρίες, επιβεβαιώνοντας ότι είναι ακόμα ζωντανοί. Με τους μήνες κι έπειτα από διάφορα διόλου ευχάριστα συμβάντα στην οικογέναι η μια μετά την άλλη φρυκτωρία παύει να ανάβει, συνειδητοποιώντας ότι η θανάσιμη απειλή πλησιάζει κοντά τους.      

Ο άνθρωπος ορχήστρα, ο ηθοποιός, παραγωγός, σεναριογράφος και σκηνοθέτης Τζον Κραζίνσκι στην δεύτερη σκηνοθετική δουλειά του, έπειτα από την δραμεντί του 2016 με την οικογένεια Χόλαρ (The Hollars), που δεν έτυχε ελληνικής διανομής, ορμάει δυναμικά στον δύσκολο γαλαξία του τρόμου και τα καταφέρνει περίφημα. Μαζί με την σύζυγό του και στην ζωή Έμιλι Μπλαντ (ζευγάρι από το 2010 και γονείς δυο παιδιών), πρωταγωνιστούν σ΄ αυτό το όμορφο, καλοδουλεμένο διαμαντάκι. Ο Κραζίνσκι δεν αναλώνεται διόλου να εξηγήσει την καταγωγή και την προέλευση των αιμοδιψών τεράτων, και μπράβο του, αλλά εστιάζει στις συνθήκες επιβίωσης της οικογένειας στην απόλυτη σιωπή και την ευθύνη των γονέων να προστατεύσουν τα τέκνα τους. Το υπέροχο στην δουλειά του Κραζίνσκι είναι, ότι φιλμάρει όπως και ο άφθαστος Μάικλ Νάιτ Σιάμαλαν, με την ίδια ακριβώς φιλοσοφία. Σχολή μεγάλη, πια ο Ινδοαμερικανός σκηνοθέτης, καλός «μαθητής» και ο Κραζίνσκι. Πετυχημένες χαμηλές λήψεις, σε περίοπτη θέση η υποκριτική, δημιουργία κατάλληλης ατμόσφαιρας, έκδηλη αγωνία ενταγμένη στην αλαλία,  ένταση με δυο πολύ καλά σημεία, ένα με την Μπλαντ στο μπάνιο, κι ένα με τα πιτσιρίκια στο σιλό καλαμποκιού. Κατάλληλα ρυθμισμένος είναι ο τρόμος από την εμφάνιση των τεράτων κι έπειτα. Η ταινία δεν φρακάρει μονοδιάστατα στο θέμα των όντων που κατασπαράζουν τους «φασαριόζους» ανθρώπους, αλλά απλώνει το δίχτυ της προσεκτικά, τόσο στην επιβίωση σε συνθήκες πλήρους σιγής όσο και στην συνύπαρξη μιας οικογένειας που μοιράζεται τις στιγμές ηρεμίας και κινδύνου σε πλήρη συνεργασία. Σενάριο, σκηνοθεσία, ερμηνείες σε αφήνουν… Άφωνο!!!