fbpx

«Άπαιχτος Κέν Λόουτς στην Ελλάδα, εύγευστη, αγγλική πατατόπιτα και έφηβοι X-Men»: οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ο διεθνούς φήμης, τσέχικης καταγωγής, Αμερικανός αστρονόμος, ακαδημαϊκός και καθηγητής πανεπιστημίου Γιόζεφ Άλεν Χάινεκ (1 Μαΐου 1910 – 27 Απριλίου 1986), ήταν ο άνθρωπος που πρώτος καταπιάστηκε επιστημονικά και εμπεριστατωμένα με την περίπτωση των Α.Τ.Ι.Α. (UFOs). Ήταν ο πιονέρος ακαδημαϊκός του μέχρι τούδε άβατου χώρου, της απαγορευμένης γνώσης περί των αγνώστων ταυτότητας ιπτάμενων αντικειμένων, αλλά και ο έγκριτος, επιστημονικός σύμβουλος του γνωστού «Blue Book» ή των «Blue Files» της αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας για την ύπαρξη εξωγήινων όντων και πολιτισμών. Τα «έσπασε», όμως, αγανακτισμένος με την στρατιωτική αρχή των ΗΠΑ, καθώς τα κυβερνητικά κλιμάκια στο γενικότερο πρόσταγμα συγκάλυψης αυτής της γνώσης άρχισαν να θολώνουν τσαπατσούλικα τα νερά για τα εξωγήινα όντα και τα σκάφη τους, που σουλατσάρουν και ταξιδεύουν εντός και πέριξ του πλανήτη μας αιώνες τώρα. Οι ενορχηστρωτές της N.W.O (Νέα Παγκόσμια Τάξη), εκτίμησαν αστραπιαία τότε, πως δεν ήταν ακόμα η ώρα για να ενημερωθεί ο απλός γήινος την ύπαρξη άλλων πολιτισμών, που καταφθάνουν κρυφά και αθέατα στην Γη ή ακόμα, ότι υπάρχουν στον πλανήτη μας εγκαταστημένοι εξωγήινοι εκατοντάδες αιώνες. Αναλογιστείτε απλά το θρησκευτικό κόστος, πιθανώς και το πολιτικό, εάν εμείς οι άνθρωποι επιστημονικά και ιστορικά κατανοούσαμε πως δεν είμαστε τα μοναδικά δημιουργήματα του Θεού, όπως έχουμε γαλουχηθεί, πόσες «άγιες» και «ιερές» δοξασίες θα κατέρρεαν εν ριπή οφθαλμού. Ο ερασιτέχνης Ελβετός, ερευνητής αρχαίων πολιτισμών και διάσημος συγγραφέας Έριχ φον Ντένιγκεν (γεννημένος στο Ζόφιτζεν του γερμανικού καντονιού Άαργκαου στις 14 Απριλίου του 1935) ήταν, επίσης, ο πρώτος που τον λίθο βαλέτω στο σημερινό τεράστιο ουφολογικό οικοδόμημα, ξεκινώντας με το τεκμηριωμένο ντοκιμαντέρ του «Αναμνήσεις Από το Μέλλον» το 1975. Ο Ντένιγκεν παίρνει από το χεράκι τον αναζητητή της αλήθειας και απλά, κατανοητά τον ξεναγεί στις αρχαιολογικού ενδιαφέροντος αποδείξεις περί της ύπαρξης εξωγήινων όντων στην Γη προ χιλιάδων ετών. Ο Ρίντλεϊ Σκοτ, μάλιστα, έχει εξομολογηθεί πως το σενάριο της ταινίας «Προμηθέας» (prequel του Άλιεν) το εμπνεύστηκε από τα βιβλία του Ντένιγκεν, όπως και ο Ρόναλντ Έμεριχ είπε, ότι η πηγή δημιουργίας της ταινίας «Stargate» είναι ο Ελβετός ερευνητής των αρχαίων, εξωγήινων θεών. Ο Ντένιγκεν, αν και πετυχημένος, με ένα τεράστιο σε αριθμό διεθνές, φανατικό κοινό, δέχθηκε και δέχεται έως σήμερα προπηλακισμούς, λοιδορίες και την χλεύη της γνωστής κάστας – που δεν επιθυμεί την προβολή της αλήθειας για το όχι και τόσο βαθύ, ιστορικό παρελθόν του πλανήτη μας. Τον χαρακτήρισαν απατεώνα, μυθομανή και τυχάρπαστο. Τον μη επιστήμονα Ντένιγκεν, τελικά, τον δικαίωσε περίτρανα, ας πούμε, ο γνωστός Ρωσο-Ιουδαίος ιστορικός και γλωσσολόγος Ζακάρια Ζίτσιν (11 Ιουλίου 1920 – 9 Οκτωβρίου 2010), όταν ολοκλήρωσε την μετάφραση στις σουμεριακές δέλτους της Νινευί (αρχαιολογική ανακάλυψη του 1850), που αναφέρουν για τους ερπετοειδείς, εξωγήινους Ανουνάκι. Σύμφωνα με τις δέλτους, που καταγράφουν λεπτομερώς την ιστορία τους, οι Ανουνάκι εγκαταστάθηκαν στον πλανήτη μας χιλιάδες χρόνια πριν. Είναι μια εξωγήινη, πολεμική φυλή από τον πλανήτη Νιμπίρου, που θέλει να κυριαρχήσει στη Γη και σε κάθε λαό που υπάρχει σε αυτήν. Το προσωνύμιο τους, όπως αναφέρει ο Ζίτσιν στα «Χρονικά της Γης» είναι «οι μεγάλοι», κι εδώ, φυσικά, ο Λάβκραφτ δικαιώνεται όταν έγραψε για τους «μεγάλους παλαιούς» και το Κθούλου. Ο αστρονόμος καθηγητής Άλεν Χάινεκ, λοιπόν, δεν είχε άδικο που διαχώρισε την θέση του από το απόρρητο, κυβερνητικό πρόγραμμα «Μπλε Βιβλίο», τονίζοντας στους επικεφαλής, πως «θα μπορούσαμε να μάθουμε πολλά από αυτούς τους πολιτισμούς, κι όμως δεν επιτρέπεται η δημοσιοποίηση και η σωστή έρευνα για τους εξωγήινους πολιτισμούς». Από την άλλη ο σκηνοθέτης Στίβεν Σπίλμπεργκ τον είχε δίπλα του ως επιστημονικό σύμβουλο στην περίφημη ταινία «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου» (1977) και ο λόγος ήταν, ότι το σενάριο βασιζόταν στα δυο πρώτα βιβλία του Χάινεκ: «The UFO Experience: A Scientific Enquiry» (1972) και στο «The Edge Of Reality: A Progress Reports On The Unidentified Flying Objects» (1975), βιβλίο γραμμένο με τον ομόσταυλο και ομοϊδεάτη του Χάινεκ, τον επιστήμονα Δρ. Ζακ Βαλέ. Ο Σπίλμπεργκ στην ταινία προσφέρει τιμητικά ένα cameo πέρασμα στον αγαπητό Χάινεκ, την στιγμή που το γιγαντιαίο διαστημόπλοιο προσγειώνεται στην διαμορφωμένη πλατφόρμα του βουνού ζιγκουράτ (κόλουρος πυραμίδα – τα ζιγκουράτ είναι ογκώδεις κατασκευές που χτίστηκαν από τους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας και του ιρανικού οροπεδίου και είχαν τη μορφή βαθμιδωτής πυραμίδας, με τον κύριο ναό να βρίσκεται στην κορυφή της κατασκευής. Το ακριβώς αντίθετο της δικής μας γεωμετρικής κατασκευής, της γνωστής πυραμίδας, που όλες οι εξωτερικές επιφάνειες, εκτός της βάσης, είναι τριγωνικού σχήματος και συγκλίνουν σε ένα κοινό σημείο). Ο εξαιρετικός Χάινεκ, λοιπόν, μόλις τελείωσε τον περίφημο λόγο του στον ΟΗΕ το 1978, προτείνοντας την σύσταση μιας κεντρικής αρχής των Ηνωμένων Εθνών για τα ΑΤΙΑ, όπου συνάντησε σθεναρές άμυνες και «κόντρες», είπε στους δημοσιογράφους, πως: «εάν τελικά θέλει κάποιος να δημοσιοποιήσει μια μεγάλη αλήθεια, προτείνω να γράψει ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας.» Οι έτεροι επιστήμονες και συγγραφείς, ο φυσικομαθηματικός και πρόεδρος της Αγγλικής Διαπλανητικής Εταιρίας (British Interplanetary Society), σερ Άρθουρ Κλαρκ («2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος» – «Επικυρίαρχοι»), αλλά και ο Ρώσος βιοχημικός Ισάακ Ασίμοφ («Εγώ το Ρομπότ» – «Γαλαξιακή Αυτοκρατορία»), συμφώνησαν πλέρια με τα λεγόμενα του Άλεν Χάινεκ, προσθέτοντας ο Κλαρκ, ότι: «η οργιώδης και η απίστευτη επιστημονική φαντασία είναι μόνο η αρχή μια τεράστιας κρυμμένης αλήθειας που αδημονεί να βγει στο φως». Το πιο απίστευτο σενάριο, κινηματογραφικό ή από την ίδια την ζωή γεννημένο, που ακούμε, βλέπουμε ή διαβάζουμε και φαντάζει οργιώδες, εξωφρενικό έως να λυγίσεις από τα γέλια, μην το χλευάζουμε και προ πάντων μην το απορρίπτουμε αβίαστα. Πιθανώς, να είναι η μικρή άκρη της κορφής ενός τεράστιου παγόβουνου αλήθειας. Άλλωστε καπνός δίχως φωτιά δεν υπάρχει…   

«Αναζητώντας τον Ερικ»

(Looking for Eric)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Χώρα: Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο, Ισπανία (2009)
  • Σκηνοθεσία: Κεν Λόουτς
  • Με τους: Στιβ Εβετς, Ερίκ Καντονά, Στέφανι Μπίσοπ
  • Διάρκεια: 116’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Βραβείο της Οικουμενικής Επιτροπής – Φεστιβάλ Κανών

Δεν είναι κωμωδία όπως πλασάρεται η ταινία. Ο Κεν Λόουτζ ποτέ δεν έκανε κινηματογραφικά μακροβούτια στο σύμπαν του γέλιου, ούτε καν του αστείου. Οι ηθογραφίες του αφορούν τον σφυγμό των ανθρώπων της εργατικής τάξης με τα όνειρα, το δράμα, τους έρωτες, τους προσωπικούς τους αγώνες, εν γένει την ιστορική βιοπάλη τους και τέλος πάντων το όποιο χιούμορ πηγάζει από αυτή την κοινωνική τάξη. Πολιτικοποιημένος τα μάλα, μαχητικός, στρατευμένος στις αριστερές δυνάμεις, η δις στεφανωμένη κάμερα του με τον Χρυσό Φοίνικα των Κανών (η πρώτη το 2006 με την πολεμική ταινία «Ο Άνεμος Χορεύει το Κριθάρι» και η δεύτερη το 2016 με το κοινωνικό δράμα πολιτικών προεκτάσεων «Ντάνι Μπλέικ») καταγράφει πάντα τρυφερά, ανθρώπινα, ρομαντικά, συναισθηματικά με σινεφίλ συγκίνηση που πηγάζει από τον ατόφιο, δραματικό ρεαλισμό του αγωνιστή προλετάριου απέναντι στον τυφώνα του άκρατου, ισοπεδωτικού καπιταλισμού και του στιβαρού Κεφαλαίου. Η ταινία «Αναζητώντας τον Ερικ» του 2009, με πρωταγωνιστή τον μέγα σταρ του διεθνούς ποδοσφαίρου Ερίκ Καντονά, που στην δεκαετία του ΄90 ξανάβαλε στο προσκήνιο των τίτλων την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, δεν γνώρισε, τότε, την ελληνική κινηματογραφική διανομή, παρότι ο Λόουτς είναι αγαπητός στους Έλληνες (μίλησε κιόλας σκληρά κατά των μνημονίων στην χώρα μας στο ελληνικό ντοκιμαντέρ της Κατερίνας Κιτίδη και του Άρη Χατζηστεφάνου «Catastroika» το  2012). Ο Λόουτς φανατικός ποδοσφαιρόφιλος και με διάκοσμο το εργατικό Μάντσεστερ, αλλά και την σαρωτική προσωπικότητα του Καντονά, που χάρισε αξέχαστες ποδοσφαιρικές στιγμές με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, στήνει μια όμορφη μπερλίνα γύρω από την ανθρώπινη αξία και τα είδωλα – μύθους, που θεμελίωσαν υπαρξιακά πολλούς ανθρώπους, τονώνοντας την αυτοπεποίθησή τους σε κρίσιμες καμπές της ζωής τους. Ο μπασίστας του συγκροτήματος The Fall και ηθοποιός Στιβ Έβετς είναι υπέροχος, ενώ ο στράικερ Ερίκ Καντονά, απλά ο εαυτός του. Ένα δίδυμο που δίνει τις καλές κινηματογραφικές ανάσες κάτω από τον καλοδουλεμένο σεναριακό οδηγό του συνεργάτη του Λόουτς, Πολ Λάβερτι, αλλά και με τον γνωστό ρυθμό της σκηνοθετικής μπαγκέτας του βραβευμένου, Άγγλου σκηνοθέτη.  

Ο ταχυδρόμος, Έρικ Μπίσοπ (Στιβ Έβετς), δυο φορές διαζευγμένος και φανατίλα με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, δεν ξέρει πως να συμπεριφερθεί με τα θετά τέκνα του δεύτερου γάμου του αλλά και με το εγγόνι του από την κόρη, η οποία κόρη του προέρχεται από τον πρώτο γάμο του με την Λίλι (Στέφανι Μπίσοπ), συνειδητοποιώντας, ότι ακόμα αγαπάει την Λίλι. Ο θετός γιός του Ράιαν κρύβει το όπλο ενός βίαιου εμπόρου ναρκωτικών το οποίο ανακαλύπτει ο Έρικ. Σαστισμένος μέχρι τα μπούνια ο Έρικ, βουτηγμένος στην απόγνωση, περνάει από το μυαλό του και η αυτοκτονία. Στην απελπισία του βουτάει «χορταράκι» από τον Ράιαν και αρχίζει τα φύσα ρούφα για να χαλαρώσει. Πάνω που όλα αρχίζουν να χαλαρώνουν ξαφνικά εμφανίζεται ο μέγας Ερίκ Καντονά, ο θρύλος των γηπέδων μπροστά του, το μεγάλο του είδωλο…. κοινώς, το «χόρτο» είναι «καλό!» Έτσι ο Γάλλος Ερίκ μεταμορφώνεται σε δάσκαλο και οδηγός του Άγγλου Έρικ για να τον βοηθήσει να διαχειριστεί όλες τις δυσκολίες που τον πνίγουν ανυπόφορα. Από το θέμα του θετού γιού του έως την κατάσταση με την πρώην γυναίκα του Λίλι, ο Καντονά έχει μια καλή συμβουλή για τον Έρικ.   

«Με Αγάπη, Τζούλιετ»

(The Guernsey Literary and Potato Peel Pie Society)

 

  • Είδος: Ερωτικό δράμα εποχής
  • Χώρα: Αγγλία, Η.Π.Α (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μάικ Νιούελ
  • Με τους: Λίλι Τζέιμς, Μίσιελ Χούισμαν, Τζέσικα Μπράουν Φίντλεϊ, Γκλεν Πάουελ, Μάθιου Γκουντ
  • Διάρκεια: 124’
  • Διανομή: Spentzos Films

Οι Άγγλοι κινηματογραφιστές είναι ιδανικοί στο να δημιουργούν την κατάλληλη ατμόσφαιρα, πόσο μάλιστα όταν το σενάριο και η πλοκή της ταινίας αφορά το περιβάλλον του Β΄ παγκόσμιου πολέμου. Όχι πως υστερούν στα μεσαιωνικά και τα βικτωριανά τους, αλλά να, η μεσοπολεμική, η πολεμική και η μεταπολεμική περίοδος είναι, βρε παιδί μου, τα φόρτε τους, ειδικά όταν ξεδιπλώνουν μυστήριο και αγωνία. Το κατέχουν το θέμα. Από την μια είναι τα αυθεντικά κτήρια των πόλεων τους ως η ζωντανή ιστορία τους, η μουντάδα του καιρού και από την άλλη η γενικότερη αντιμετώπιση των πραγμάτων, που ως παγιωμένη νοοτροπία ενός αιώνα και βάλε, δεν έχει υποστεί σοβαρές υβριδικές παρεμβάσεις και αλλοτριώσεις, ώστε να μιλάμε για έναν άλλο λαό, όπως συνέβη στην πραγματικότητα της ελληνικής κοινωνίας και άλλων μεσογειακών χωρών. Υπάρχει ζώσα θεσμική σταθερότητα συμπεριφοράς στην βασική, κοινωνική τροχιά και στα αντανακλαστικά τους, που ο Άγγλος του 1920  δεν έχει εξόφθαλμες και κραυγαλέες διαφορές από τον Άγγλο του 2018. Όταν, λοιπόν, παρακολουθείς μια ταινία περιόδου εμβαπτισμένη στον προτεσταντικό κώδικα συμπεριφοράς με μυστήριο, έρωτα απολαμβάνεις το αγγλικό στυλ και τον ακαδημαϊσμό του ευχάριστα. Ο βαρύς, προ free cinema κινηματογράφος, αυτός των «Ealing Studios» του δυτικού Λονδίνου κατάφερε να γεφυρώσει ειρηνικά και δημιουργικά την στιβαρότητα με την καλλιτεχνική, ελεύθερη οπτική και δίχως αναταράξεις ασπάσθηκε την πρόοδο της αγγλικής κινηματογραφίας. Δηλαδή η άκαμπτη αλλά ουσιώδης, καλλιτεχνική πλατφόρμα του BBC, ας πούμε, εναρμονίστηκε με τον νεωτερισμό και το μοντέρνο άνευ εξορκισμών και εξοστρακισμών. Κάτι που το συγκεκριμένο πάντρεμα το βλέπουμε να συμβαίνει ολοένα και συχνότερα στις τελευταίες αγγλικές παραγωγές, όπως η συγκεκριμένη ταινία, που η σεναριακή απόδοση είναι βασισμένη στο ομότιτλο μπεστ σέλερ δύο γυναικών, της Άνι Μπάροους και της Μέρι Αν Σάφερ με τον τίτλο «The Guernsey Literary and Potato Peel Pie Society» (Η Λέσχη Βιβλίου της πατατόφλουδης πίτας του Γκέρσνεϊ, όπως είναι η ακριβής απόδοση του τίτλου του βιβλίου και της ταινίας). Ο 76χρονος Άγγλος σκηνοθέτης Μάικ Νιόυελ («Τέσσερις Γάμοι και Μια Κηδεία», «Το χαμόγελο της Μόνα Λίζα», «Ντόνι Μπράσκο») αρκετά επηρεασμένος από την μπιμπισιακή τηλεοπτική σχολή, αλλά και το «ελεύθερο σινεμά» προσφέρει μια ταινία με διακριτά όλα τα παραπάνω, αγγλικά στοιχεία. Ερμηνείες που δεν είναι της αρπαχτής και θυμίζουν καλή τηλεοπτική σειρά αλλά είναι σινεμά. Ατμοσφαιρική η φωτογραφία του επίσης τηλεοπτικού Ζακ Νίκολσον («Ο Θάνατος του Στάλιν»), προσεκτικά γραμμωμένο το σενάριο (Κέβιν Χουντ, Τόμας Μπεζούτσα, Ντον Ρους), αλατισμένο με μυστήριο και έρωτα, καταλήγει να είναι έντιμη ταινία, ευχάριστη στην θέαση της. Η δε νεοαφιχθείσα, συμπαθητική Αγγλίδα ηθοποιός Λίλι Τζέιμς («Mamma Mia! Here We Go Again», «Η Πιο Σκοτεινή Ώρα», «Baby Driver») αρχίζει να διαγράφει την ενδιαφέρουσα φωτεινή τροχιά της στο πανί της 7ης Τέχνης.

Η νεόκοπη και πολλά υποσχόμενη συγγραφέας του μεταπολεμικού Λονδίνου, η βέριταμπλ Αγγλίδα Τζούλιετ Άστον (Λίλι Τζέιμς – πολύ καλή), παρά την επιτυχία του τελευταίου της βιβλίου και την υποστήριξη του αγαπημένου της φίλου και εκδότη Σίντνεϊ (Μάθιου Γκουντ –καλός) δυσκολεύεται να βρει έμπνευση για ένα νέο βιβλίο, εξαιτίας των σκληρών της εμπειριών από τον πόλεμο. Η Τζούλιετ ενώ είναι έτοιμη να αποδεχθεί την πρόταση γάμου του ευκατάστατου, γιάνκη στρατιώτη Μαρκ (Γκλεν Πάουελ – καλός), λαμβάνει ένα γράμμα από έναν αγρότη στο νησί Γκέρνσεϊ , τον Ντόσι Aνταμς (Μίσιελ Χούισμαν – πολύ καλός). Ο Ντόσι είναι μέλος μιας τοπικής λέσχης βιβλίου με την ονομασία «Guernsey Literary and Potato Peel Society» που ιδρύθηκε κάτω από περίεργες συνθήκες κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Τζούλιετ ακολουθεί την παρόρμηση της και πηγαίνει στο νησί , όπου ελπίζει να γράψει για την τοπική λέσχη βιβλίου με το παράξενο όνομα. Η συγγραφέας γοητεύεται από τα μέλη της λέσχης, που την καλοδέχονται, την αγάπη τους για την λογοτεχνία, την φιλία που τους συνδέει, αλλά και από τον Ντόρσι, ο οποίος μεγαλώνει την μικρή κόρη του. Πολύ σύντομα όμως θα διαπιστώσει ότι αυτοί οι άνθρωποι κρύβουν ένα μυστικό, που πληγώνει όλη την τοπική, κλειστή κοινωνία του νησιού και εκπορεύεται από τα δύσκολα χρόνια της γερμανικής κατοχής. Αποφασίζει να παραμείνει και να βρει την άκρη, ενώ ο έρωτας ελαφροπατεί ανάμεσα στην συγγραφέα Τζούλιετ και τον αγρότη Ντόρσι.

«Θα Έρθω Κοντά Σου Σιγά-Σιγά»

(Tout Le Monde Debout)

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Χώρα: Γαλλία (2018)            
  • Σκηνοθεσία: Φρανκ Ντιμπόσκ
  • Με τους: Φρανκ Ντιμπόσκ, Αλεξαντρά Λαμί, Ζεράρ Νταρμόν, Ελσα Ζίλμπερσταϊν, Καρολίν Ανγκλάντ
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Odeon

Μεγαλοστέλεχος εταιρίας αθλητικών ειδών, εύπορος, καλοδιατηρημένος, κυνικός και αθεράπευτος φαρσέρ ο πενηντάχρονος Ζοσλέν (Φρανκ Ντιμπόσκ – συμπαθητικός), αρέσκεται στο να κάνει πλάκες με τους ανθρώπους, αλλάζοντας ρόλους και πλάθοντας ανύπαρκτες ιστορίες. Πέφτει όμως στην δική του μαύρη τρύπα με αφορμή ένα ψέμα που έφτιαξε ως μέρος ακόμα μιας φάρσας για να ρίξει όμορφη, νέα ύπαρξη. Εγωιστής, γυναικάς και επιτυχημένος επαγγελματικά έχει διαμορφώσει ένα μοναχικό, ζαμανφού σύμπαν διακοσμημένο από εφήμερες σχέσεις και καλή ζωή. Μετά την κηδεία της ανάπηρης μητέρας του και με παρότρυνση του αδελφού του επισκέπτεται το σπίτι της μητέρας του για να μαζέψει κάποια προσωπικά είδη, ενώ κάθεται στην αναπηρική καρέκλα της, βλέποντας παλιές φωτογραφιες. Στο σπίτι εισβάλει ξαφνικά η όμορφη γειτόνισσα και αποκλειστική νοσοκόμα για ανθρώπους με προβλήματα κινητικότητας, η Μαρί (Ελσα Ζίλμπερσταϊν- καλή). Κοιτάζοντας τον άνδρα να κάθεται στην αναπηρική καρέκλα θεωρεί πως είναι πραγματικά ανάπηρος. Ο Ζοσλέν γοητεύεται από την παρουσία της Μαρί και το «παίζει» ανάπηρος για να την έχει κοντά του. Το «ψηστήρι» βρίσκεται σε εξέλιξη και αυτός προσκεκλημένος στο οικογενειακό τραπέζι της Μαρί, που τον συστήνει στην επίσης ανάπηρη, γοητευτική αδελφή της Φλοράνς (Αλεξαντρά Λαμί – καλή) με σκοπό να κάνουν παρέα. Ο Ζοσλέν αδυνατώντας να απεμπλακεί από την φάρσα του αναλαμβάνει την ευθύνη να παραμείνει ως έχει και καθηλωμένος στην αναπηρική καρέκλα αρχίζει να γνωρίζει την ζωή της Φλοράνς, η οποία είναι φουλ στην δράση. Η όρεξη για ζωή και τα ενδιαφέροντα της, αλλάζουν το σκεπτικό του Ζοσλέν και οι πεποιθήσεις του για την στάση που έχει θεσπίσει να κοροϊδεύει τους ανθρώπους, συνειδητοποιεί πως είχε γίνει θύμα του κακού εαυτού του.

Η ταινία είναι το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Γάλλου κωμικού ηθοποιού Φρανκ Ντιμπόσκ. Φιλότιμη προσπάθεια, ρυθμισμένο υποφερτά το timing των γκαγκς και του γέλιου, αν και πολύ τετριμμένα όλα τους, καταφέρνει να μην γίνει σαλατοποιημένο και σαχλό (όπως μας έχει συνηθίσει η γαλλική κωμωδία), διατηρώντας παράλληλα στρωτό ρυθμό και κάποιες καλές στιγμές. Μοιρασμένη η δομή των κωμικών στιγμών ανάμεσα στην αγγλική και στην γαλλική σχολή σάτιρας και γέλιου των Μόντι Πάιθονς και του Λουί Ντε Φινές αγγίζει προσεκτικά έως μικροαστικά το θέμα της αναπηρίας, καταλήγοντας σε έναν καμουφλαρισμένο διδακτισμό που βγάζει μάτι. Καθ΄ όλα προβλέψιμο από την αρχή έως το τέλος με ευχάριστη εμφάνιση του γηραιού πια Γάλλου ηθοποιού Κλοντ Μπρασέρ στον ρόλο του πατέρα του Ζοσλέν. Γαλλική ταινία και ελληνικό θέρος έχουν γίνει πλέον ταυτόσημα είδη.  

«Σκοτεινές Δυνάμεις»

(The Darkest Minds)

 

  • Είδος: Θρίλερ επιστημονικής φαντασίας
  • Χώρα: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζένιφερ Γιου Νέλσον
  • Με τους: Μάντι Μουρ, Γκουέντολιν Κρίστι, Αμάντλα Στένμπεργκ, Χάρις Ντίκινσον, Σκάιλαν Μπρουκς
  • Διάρκεια: 104’
  • Διανομή: Odeon

Η συνταγή της «μαμάς επιτυχίας» που αφορά το νεανικό, κινηματογραφικό έδεσμα φαντασίας γράφει: Δυο δόσεις της «Τριλογίας της Απόκλισης», μισό ποτήρι «Παιχνίδια Πείνας», ψιλοκομμένο «Λαβύρινθο» και το αφού το στρώσουμε καλά στο λαδωμένο ταψί με τις καινούργιες, πιασάρικες, νεανικές φατσούλες το ψήνουμε στον φούρνο των X-Men για 104 λεπτά μέχρι να φουσκώσει καλά και να το σερβίρουμε. Βαρετό, ανούσιο, άνευρο, στάσιμο σαν ελώδης τόπος, ρίχνεις πάραυτα ένα καλό ευχολόγιο να πιάσει, ώστε να μην υπάρξει sequel και αναγκαζόμαστε να γράφουμε ξανά τα αυτονόητα. Αποτυχημένο εντελώς νεανικό plot, βασισμένο στο ομότιτλο μπεστ σέλερ της Αμερικανίδας Αλεξάντρα Μπράκεν, που όταν το έγραψε το 2012 η συγγραφέας ήταν 25 χρόνων. Το βιβλίο με τον τίτλο «The Darkest Minds», ενώ είναι το δεύτερο σε σειρά μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας (το πρώτο είναι το «Brightly Woven» 2010), που έκανε θραύση στο εφηβικό, νεανικό κοινό, οπότε η ακριβής συνέπεια της ακολουθίας της επιτυχημένης πορείας του είναι να λάβει σάρκα και οστά στην μεγάλη οθόνη. Το φιλμικό αποτέλεσμα είναι δυσάρεστο, παρότι η ψίχα του μυθιστορήματος της Μπράκεν έχει παλμό και ενδιαφέρον, καθώς αναφέρει με έναν ωραίο δοσμένο σε γραφή τρόπο, την καταδίωξη των ενηλίκων στους νέους ανθρώπους, που όλοι τους είναι προικισμένοι με διάφορες δυνάμεις και δυνατότητες. Η συγγραφέας με το υπέροχο και οργιώδες της νεανικής ορμής της ζωγραφίζει ένα δυστοπικό μέλλον με τα «χαρισματικά» παιδιά φυλακισμένα, απομονωμένα. Ο κάβος που ρίχνει στην κοινωνική προβλήτα της απαξίωσης των νέων είναι γερός, πρωτότυπος, εμπνευσμένος με το πολιτικό σχόλιο έντονο και ευφάνταστα πλεγμένο σε ένα φανταστικό σύμπαν. Δυστυχώς όλα αυτά η σκηνοθέτης  των animations Kung Fu Panda 2 & 3, η Νοτιο-Κορεάτισσα Τζένιφερ Γιου Νέλσον, σημαντική ευθύνη και των σεναριογράφων, τα αγνοεί παντελώς και όλα πάνε στράφι, μετασχηματίζοντας το υπέροχο βιβλίο της Μπράκεν σε μια κινηματογραφική χαζομάρα που λες πότε θα τελειώσει. Κρίμα!

Όταν κάποιοι έφηβοι αναπτύσσουν μυστηριωδώς ιδιαίτερα ισχυρές υπερδυνάμεις, θεωρούνται απειλή από την κυβέρνηση και τότε η κυβέρνηση αναγκάζεται να τους περιορίσει σε ειδικά στρατόπεδα. Η 16χρονη Ρούμπι (Αμάντλα Στένμπεργκ – καλή), ένα κορίτσι με τις πιο ισχυρές δυνάμεις, δραπετεύει από το στρατόπεδο συγκέντρωσης και γίνεται μέλος μιας ομάδας νεαρών δραπετών, επίσης με δυνάμεις τηλεκινησίας, δημιουργίας ηλεκτρικών πεδίων, που ψάχνουν για ασφαλές καταφύγιο. Σύντομα, τα μέλη της νέας αυτής «οικογένειας» αντιλαμβάνονται ότι σε έναν κόσμο όπου οι ενήλικες που έχουν την εξουσία τους έχουν προδώσει, η φυγή δεν είναι αρκετή και θα πρέπει να αντισταθούν, χρησιμοποιώντας τις δυνάμεις τους συλλογικά ώστε να πάρουν πίσω τον έλεγχο του μέλλοντός τους.        

«Καλοκαιρινές Νύχτες»

(Hot Summer Nights)

 

  • Είδος: Νεανικό δράμα
  • Χώρα: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ελάιτζα Μπαίνουμ
  • Με τους: Τίμοθι Σαλαμέ, Μάικα Μονρό, Αλεξ Ρόου, Εμορι Κόεν
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: Seven Films

Εάν σταθώ και μετρήσω τις ταινίες της τελευταίας εικοσαετίας, που έχουν ως θέμα την ενηλικίωση θα καταγράψω πάνω από 100. Από αυτές να αξίζουν βαριά βαριά οι δέκα. Ε, από τις δέκα οι εννιά είναι πλήρως ενταγμένες στις παραβατικές συμπεριφορές. Ο έφηβος άνευ οράματος, ο έφηβος κενός ονείρων, που μεταπηδά στην ενηλικίωση και στον πρώτο έρωτα, κρατώντας ανά χείρας το διαβατήριο που γράφει: «τώρα η ζωή σου ανήκει», να διαπερνά τον τοξικό δίαυλο του εγκλήματος, των ναρκωτικών, του τζόγου, του εύκολου χρήματος, γενικά της μαλακίας του περιθωρίου για να καταλήξει στον θάνατο ή στην καλύτερη των περιπτώσεων σε κέντρα αποτοξίνωσης και αναμορφωτήρια με κατεστραμμένο μέλλον. Θα σκεφτείς, ότι με πιάνει το συντηρητικό μου και ακυρώνω τα υπάρχοντα δεδομένα της κοινωνικής απραξίας και της νωθρότητας των τελευταίων πενήντα χρόνων. Κάθε άλλο! Αυτές είναι οι ηλεκτρισμένες σκέψεις που με τοποθετούν για να γράψω τα ανωτέρω και τα κάτωθι. Το παγκόσμιο γίγνεσθαι, αναφερόμενος στο μεγαλύτερο ποσοστό των νέων ανθρώπων που αναζητούν ένα φυσιολογικό παρόν για να απλώσουν το ενδιαφέρον μέλλον τους, δίνει τρεις κατευθύνσεις με φωτεινά βέλη που οδηγούν, είτε στο να καταταγεί ο νέος άνθρωπος στην μεγάλη οικογένεια της στρατιωτικής δύναμης της όποιας χώρας δίχως σκέψη, απλά για τα φράγκα, την στολή, την εμπειρία και την δράση, είτε να «μυηθεί» στις σκοτεινές τέχνες του περιθωρίου, είτε να ακολουθήσει την εκπαιδευτική μόρφωση και να σκλαβοποιηθεί, εν παρόδω, στο κοινωνικό σύστημα που του προτείνουν. Αυτά βέβαια για την μπλέμπα γιατί η άρχουσα τάξη το έχει ξεκαθαρίσει το τοπίο της. Τα παλαιότερα χρόνια η ενηλικίωση και η πρώτη γνωριμία των εφήβων με το βασίλειο του έρωτα γινόταν μέσα από διαδικασίες ιδιαίτερες, άλλοτε ειρηνικές και συναισθηματικές και άλλοτε πολεμικές και βίαιες , θέτοντας ο κάθε έφηβος εαυτόν σε κρίση και ανταγωνισμό, όταν τα πρότυπα τους, οι καθαρές γραμμές μίμησης δεν ήταν η λαμογιά, η ξεφτίλα και η ισοπέδωση των αξιών. Ο Φράνσις Φορντ Κόπολα είναι ο πρώτος μπαγάσας που μαρκάρισε ανεξίτηλα το είδος της απραξίας στους εφήβους και την αναζήτηση της ανούσιας δράσης με την ταινία «Επαναστάτες Χωρίς Αύριο» (Outsiders το 1983) για να δώσει την χαριστική βολή την ίδια χρονιά με φιλοσοφικό υπόβαθρο και άκρως βαθύ πολιτικό σχόλιο για το τι θα ακολουθούσε στον κάθε νέο της δυτικής κοινωνίας με την μεγαλειώδη, ασπρόμαυρη ταινία του «Ο Αταίριαστος» (Rumble Fish 1983). Αυτές οι δυο ταινίες ήταν τα πραγματικά προφητικά μηνύματα, η κατάθεση της άποψης με παρρησία και γνώση από έναν τρισμέγιστο δημιουργό της 7ης Τέχνης. Από εκεί και έπειτα όλες οι ταινίες που έχουν θεματική την ενηλικίωση είναι δημοσιογραφικές καταγραφές ενός ζοφερού εφηβικού παρόντος δίχως αύριο, που όλες μοιάζουν μεταξύ τους. Διαλυμένα σπιτικά, μαγκιές, γκόμενες μύθοι, αβαθείς αστικοί ή επαρχιώτικοι προβληματισμοί, μουντάδα, ψυχοπλάκωμα και εφηβικά κοκόρια, θηλυκές κοτούλες, που αναζητούν δράση για να γίνουν τα μεν αγόρια άνδρες και οι δε κοπελίτσες γυναίκες. Καμιά πρόταση, κανένα φως δεν ανάβει στο πορτατίφ του κομοδίνου της κινηματογραφικής έμπνευσης. Καλλιτεχνίζοντα ταινιάκια δίχως λόγο ύπαρξης με ωραίους νέους που φλερτάρουν βαρβαρικά και με αγνωσία το έρεβος. Ό, τι και να πεις, πως η ταινία είναι καλή, διαθέτει ενδιαφέρον δραματικό στοιχείο, καλό σενάριο, στυλάκι, μουσικούλες ωραίες, μοντάζ σκερτσόζικο και αθώο συναίσθημα, πίστεψε με, ότι δεν θα με πείσεις. Το δια ταύτα μετράει στην τέχνη, που θέλει να εκφράσει την εποχή της και να την ντύσει ζεστά με κατανόηση και θετική προοπτική αλλαγής, εφόσον αναφερόμαστε στους νέους. Η ταινία του πρωτεμφανιζόμενου Ελάιτζα Μπαίνουμ είναι η προσωπική του κάβλα να φτιάξει εικόνα και ατμόσφαιρα. Ο απόηχος του όμως είναι κούφιος, μιμητικός και η γεύση του ίδια με μερίδα φαγητού συσσιτίου. Ευχαριστώ δεν θα πάρω, είμαι φαγωμένος.

 Καλοκαίρι του 1991. Ο Ντάνιελ Μίντλετον (Τιμοτέ Σαλαμέ – καλός) είναι ένας συμπαθέστατος αλλά αδέξιος κοινωνικά έφηβος, που μόλις έχει τελειώσει το λύκειο. Η μητέρα του τον στέλνει να περάσει το καλοκαίρι του στη θεία του, στο Κέιπ Κοντ, μια παραθαλάσσια τουριστική περιοχή στα βορειοανατολικά των ΗΠΑ, στην πολιτεία της Μασαχουσέτης. Απώτερος στόχος της είναι να  χαλαρώσει ο γιος της, να κοινωνικοποιηθεί, για να συνέλθει από την απώλεια του πατέρα του και να «ανδρωθεί» πριν πάει στο κολέγιο. Ο Ντάνιελ δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στην ανθρωπογεωγραφία της περιοχής έως ότου συναντά τον Χάντερ Στρόμπερι (Άλεξ Ρόου – καλός). Ο Χάντερ είναι το τοπικό «κακό παιδί». Βγάζει φράγκα πουλώντας μαριχουάνα σε ευκατάστατους παραθεριστές ενώ λειτουργεί ως κέρβερος απέναντι σε πλημμυρισμένους με ορμόνες νεαρούς, που βάζουν στο μάτι την μικρότερη αδελφή του, την ΜακΚέιλα (Μάικα Μονρό – καλή). Διαισθανόμενος ότι μπροστά του ανοίγεται μια σπουδαία ευκαιρία, ο Ντάνιελ πείθει τον Χάντερ να συνεργαστούν, διακινώντας «χόρτο» σε όλον τον Κόλπο, καθώς η αποπνικτική ζέστη του καλοκαιριού εντείνεται. Η δουλειά πηγαίνει εξαιρετικά καλά και ο Ντάνιελ αποκτά αυτοπεποίθηση τόση ώστε να εξομολογηθεί στην ΜακΚέιλα τον έρωτά του για εκείνην, κρατώντας τη σχέση τους κρυφή, ιδίως από τον Χάντερ. Πόσο, όμως, μπορεί να κρατήσει αυτή η περίοδος ευφορίας για τον Ντάνιελ; Είναι και μια γιγαντιαία καταιγίδα που πλησιάζει την περιοχή.