fbpx

«Άγγελος Αυγουστίδης», μια συζήτηση με την Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…προσωπικά δεν νομίζω ότι ο «κιμπάρης» έχει εξαφανιστεί. Η αξιοπρέπεια, η τιμιότητα, η γενναιοδωρία, η φιλοξενία, το φιλότιμο, είναι βασικές Ελληνικές αξίες, που όλοι μας λίγο πολύ πήραμε από το σπίτι μας, άσχετο αν έχουμε σε μεγάλο βαθμό συμβιβαστεί και «νερώσει» κάποια από αυτά τα στοιχεία»

Ο Άγγελος Αυγουστίδης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στην Ολλανδία, όπου και εκπόνησε το διδακτορικό του. Εργάστηκε αρχικά ως επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Σύγχρονης Ιστορίας του Ελεύθερου Πανεπιστημίου στο Άμστερνταμ. Αργότερα μεταπήδησε στο τότε Ελληνικό Υπουργείο Τύπου και υπηρέτησε σε διάφορα πόστα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Μετά τη συνταξιοδότησή του εγκαταστάθηκε ξανά στην Ολλανδία. Το συγγραφικό έργο του περιλαμβάνει μονογραφίες, άρθρα και δοκίμια, κυρίως ιστορικού και πολιτικού περιεχομένου, τα περισσότερα στα ολλανδικά. Το «Ούζο 44 Ούζο» είναι το πρώτο λογοτεχνικό έργο του.

               

Καταφέρατε  να μας συγκινήσετε κύριε Αυγουστίδη. Πολύ. Μέσα από τις 234 σελίδες του βιβλίου σας, η τοιχογραφία ολάκερη μιας ρημαγμένης χώρας. Πως όμως σας προέκυψε η ιδέα για αυτή τη βουτιά στο παρελθόν;

Κατ’ αρχήν θα πρέπει να σας πω ότι άρχισα την επαγγελματική μου ζωή ως ιστορικός. Έχω σπουδάσει σύγχρονη ιστορία και την έχω διδάξει στο Vrije Universiteit του Άμστερνταμ. Έχω ειδικευτεί στα αίτια του Ψυχρού Πολέμου και την επίδρασή του στις μεταπολεμικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Η διδακτορική μου διατριβή ήταν για το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα τη δεκαετία του 40. Όταν λοιπόν άρχισα να γράφω για τον πατέρα μου, μια ιδιόρρυθμη φυσιογνωμία – ένας ποτοποιός που δεν έπινε, ένας αιώνιος συνεπιβάτης φορτηγού που αρνιόταν πεισματικά να μάθει να οδηγεί – αυτόματα ήρθα αντιμέτωπος και με την ιστορία. Γιατί το περιβάλλον στο οποίο ζούσε ο Αυγουστίνος, επηρεαζόταν άμεσα από τα ιστορικά γεγονότα που είχαν προηγηθεί: Μικρασιατική Καταστροφή, Πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος, καταστροφές, θάνατοι, φτώχεια, πολιτική καταπίεση. Έτσι αποφάσισα να μετατρέψω το ‘βιβλίο του πατέρα’, που είχα αρχίσει να γράφω, σε μυθιστόρημα, όπου ο κεντρικός ήρωας ταξιδεύει στην επαρχία, έρχεται σε επαφή με διάφορους φίλους ή πελάτες οι οποίοι έχουν ο καθένας τη δική του ιστορία. Όλα μικρά κομμάτια της ελληνικής ιστορίας, όπως όμως την έζησαν στο πετσί τους οι απλοί άνθρωποι. Όλα αυτά τα κομμάτια σχηματίζουν σιγά σιγά την ιστορία μιας περιοχής της Ελλάδας, αρχίζοντας από τη βάση. Είναι κάτι σαν ψηφιδωτό.

Ο Αυγουστίνος ο κεντρικός πρωταγωνιστής είναι ο δικός σας πατέρας. Από τις αφηγήσεις σας πρέπει να ήταν ένας γνήσιος «κιμπάρης»,  ένας άνθρωπος παλιάς κοπής από αυτούς που εξέλειψαν πλέον οριστικά;

Δυστυχώς δεν ήταν γνήσιος. Αυτός ήταν και ο καημός του. Όπως έλεγε και ο ίδιος, για να πουλήσει ένα μπουκάλι ούζο έπαιζε τον Καραγκιόζη, στην ανάγκη και τον Μεγαλέξανδρο. Η ανάγκη τον έφερνε μέχρι εκεί. Τελικά ο Αριστοτέλης είχε δίκιο όταν έλεγε ότι το κιμπαριλίκι είναι σαν το μεταξωτό βρακί. Απαιτεί δυστυχώς το κατάλληλο υπόβαθρο. Προσωπικά δεν νομίζω ότι ο «κιμπάρης» έχει εξαφανιστεί. Η αξιοπρέπεια, η τιμιότητα, η γενναιοδωρία, η φιλοξενία, το φιλότιμο, είναι βασικές Ελληνικές αξίες που όλοι μας λίγο πολύ πήραμε από το σπίτι μας, άσχετο αν έχουμε σε μεγάλο βαθμό συμβιβαστεί και ‘νερώσει’ κάποια από αυτά τα στοιχεία.

Αυτή η παλιά Dodge, το σακατεμένο φορτηγάκι σας  τι απέγινε; Μήπως κάποιος από την οικογένεια σας το ’χει φυλαγμένο  κάπου σε καμιά αποθήκη;

Η Dodge πουλήθηκε κάποια στιγμή και υποθέτω ότι μετατράπηκε σε παλιοσίδερα.

Κι αυτός ο άλλος συμπαθής δευτεραγωνιστής ο Αριστοτέλης ο οδηγός ήταν πρόσωπο υπαρκτό;

Ο Αριστοτέλης ήταν υπαρκτό πρόσωπο και η περιγραφή του είναι ακριβής, αλλά για τις ανάγκες του μυθιστορήματος έχει γίνει και αυτός προϊόν μυθοπλασίας. Με την κριτική του και τα σχόλια που τον βάζω να κάνει λειτουργεί συχνά σαν συνείδηση του Αυγουστίνου και του βγαίνει συνήθως από τα αριστερά αλλά καμιά φορά και από τα δεξιά.

Με τον μπαμπά σας στις διακοπές σας γυρνάγατε τα έρημα σχεδόν χωριά της Μακεδονίας πουλώντας, εκείνος, κονιάκ  ούζο και  κρασί. Ήταν και η μητέρα σας στα ταξίδια αυτά τα ζόρικα ή οι γυναίκες έμεναν σπίτι τότε;

Η μητέρα μου πολύ σπάνια πήγαινε μαζί παρόλο που της άρεσαν οι εκδρομές και οι περιπέτειες. Η μητέρα μου ήταν μια νοικοκυρά, όπως σχεδόν όλες οι παντρεμένες γυναίκες τότε. Είχε μετανιώσει όμως πικρά που άκουσε τον πατέρα μου και παραιτήθηκε από δασκάλα που ήταν ‘για να αναθρέψει τα παιδιά της’. Της έλειπε πολύ το άνοιγμα προς την κοινωνία.

Στο μυθιστόρημά σας μιλάτε για μια Ελλάδα το 1958 όταν ο ψυχρός πόλεμος ήταν στο ζενίθ του και ο πολύς ο κόσμος δεν είχε συνέλθει από το Β’  Πόλεμο και τον Εμφύλιο. Τόσος χρόνος έχει  περάσει, 60 χρόνια πλέον. Τι νομίζετε όμως εσείς;  Αυτές οι πληγές έκλεισαν ή ακόμα χέουν;

Πιστεύω ότι εκείνες οι πληγές έχουν κλείσει. Έχουν όμως ανοίξει καινούργιες. Μετά από 40 χρόνια αγανάκτησης για την δεξιά καταπίεση, όπου κάθε έκφραση δημοκρατικής σκέψης χαρακτηριζόταν κομμουνιστική, έχουμε εκσφενδονιστεί πλέον στο ακριβώς αντίθετο. Κάποιοι θεωρούν ότι έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν ποιος είναι δημοκράτης και ποιος δεν είναι και να επιβάλουν δυναμικά την άποψή τους. Η βία έχει χωριστεί σε καλή και κακή.  Αυτό από ιστορική άποψη μπορεί να είναι κατανοητό, αλλά όταν συνεχίζεται για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα έχει καταντήσει φολκλόρ. Και μάλιστα επικίνδυνο.

Γράφετε κάπου: «Ήλθε ο Αυστραλός την περασμένη βδομάδα ξαφνικά, ήθελε νύφη, του την βρήκαμε, την παντρεύεται, την παίρνει, φεύγει». Με συνοπτικές διαδικασίες γίνονταν οι γάμοι; Έφευγαν τα φτωχά κορίτσια στην άλλη άκρη της γης; «Γιατί, ο γαμπρός είχε λεφτά;»

Αυτό είναι ένα από τα πολλά παραδείγματα που χρησιμοποιώ για να αναφερθώ στη θέση της γυναίκας, ένα θέμα πολύ σημαντικό για μένα. Από τη μια υπήρχε ακόμη μια κατάσταση στα πάμφτωχα χωριά, όπου τα κορίτσια δεν είχαν δικαίωμα απόφασης για το μέλλον τους και όπου το κυριότερο κριτήριο ήταν το οικονομικό. Βάζω σαν τόπο «εξορίας» την μακρινή Αυστραλία ακριβώς για να δείξω το απάνθρωπο αυτής της «αγοραπωλησίας». Ταυτόχρονα όμως αναφέρω συστηματικά και παραδείγματα δυνατών γυναικών που σε δύσκολες στιγμές κράτησαν τις οικογένειές τους στα πόδια τους, καθώς και σε παραδείγματα νέων κοριτσιών (όπως η 16χρονη Μαρία), που με την υποστήριξη των γονιών τους και παρά τις όποιες αντιδράσεις ετοιμάζονται να μπουν στο πανεπιστήμιο. Είναι αυτά τα κορίτσια – συνομήλικές μου –  που άλλαξαν τη μορφή της ελληνικής κοινωνίας.

Αλλάζοντας σελίδα:  Γεννηθήκατε στη Θεσσαλονίκη. Πως και αποφασίσατε να σπουδάσετε στην Ολλανδία;

Ήμουν τριτοετής φοιτητής Νομικής στο ΑΠΘ το 1967 και δεν άντεξα τον εξευτελισμό της δικτατορίας. Τα παράτησα όλα και έφυγα. Πήγα πρώτα δύο χρόνια στο Παρίσι και στη συνέχεια στην Ολλανδία όπου είχα ακούσει ότι οι συνθήκες ήταν καλύτερες. Δεν ήξερα καν ακριβώς που βρισκόταν η Ολλανδία πριν πάω εκεί. 

Γυρίσατε ένα φεγγάρι στην Ελλάδα, όμως επιστρέψατε στην Ολλανδία. Γιατί;

Η Ολλανδία με υποδέχθηκε από την αρχή καλά και οι άνθρωποι που με περιβάλανε ήταν φιλικοί. Εκεί γνώρισα και την γυναίκα μου. Εκεί ήταν οι περισσότεροι φίλοι μου. Εκεί ήταν και είναι το πραγματικό μου σπίτι. Συναισθηματικά, παρά κάποιες φυσιογνωμίες σαν τον Ντέισελμπλουμ (έτσι προφέρεται), εγώ ήμουν περισσότερο δεμένος με την Ολλανδία από ότι η Ολλανδέζα γυναίκα μου. Βρισκόμασταν στην Ελλάδα, όμως κάποια στιγμή αναγκαστήκαμε για προσωπικούς λόγους να επιστρέψουμε. Αλλά οι αποστάσεις είναι πλέον τόσο μικρές…

Κλείνοντας: Πως και τόσα χρόνια δεν είχατε καταπιαστεί με το να γράψετε κάτι τόσο  δικό σας  όπως αυτό το συγκινητικό  «Ούζο 44 Ούζο»;

Δύσκολο να δώσω μια απάντηση. Μπορώ βέβαια να βρω μια δικαιολογία όπως «ξέρετε η δουλειά…» ή κάτι άλλο. Βασικά μ’ αρέσει πολύ να γράφω ελεύθερα, να διηγούμαι ιστορίες. Αλλά σαν αξιοπρεπής ιστορικός και σύμβουλος τύπου περιοριζόμουν σε «σοβαρά» θέματα. Όταν τελικά βρήκα τον τρόπο να κολλήσω όλες αυτές τις μικρές ανθρώπινες ιστορίες, πολλές από τις οποίες έχω ζήσει ο ίδιος, το ‘ΟΥΖΟ 44 ΟΥΖΟ’ γράφτηκε σχετικά εύκολα. Βασικά γράφτηκε στη δημοτική βιβλιοθήκη του Haarlem όπου μένω. Και είναι για μένα μεγάλη χαρά να βλέπω την Ολλανδική του έκδοση στα ράφια.

 

 

Το μυθιστόρημα «Ούζο 44 Ούζο» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος (παρουσίαση του βιβλίου στο InTown Post)

1 thought on “«Άγγελος Αυγουστίδης», μια συζήτηση με την Τίνα Πανώριου

Τα σχόλια είναι κλειστά.